Παρασκευή 15 Μαρτίου 2024

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ Ο ΠΛΟΥΤΟΣ!

 

Κάποτε πρέπει να μιλήσουμε για το ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα στη συνάντηση πλούτου και πολιτικής

Γράφει ο Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Παρακολουθώ την αντιπαράθεση γύρω από τα περιουσιακά στοιχεία του Στέφανου Κασσελάκη.
Δεν θέλω να σταθώ τόσο στα τυπικά ζητήματα και τις ρητές προβλέψεις του νόμου.
Άλλωστε, δεδομένων και των διαστάσεων που έχει πάρει το ζήτημα, άλλοι αρμοδιότεροι εμού θα ασχοληθούν με όλα αυτά όταν κατατεθούν οι σχετικές δηλώσεις πόθεν έσχες.
Εγώ κυρίως θέλω να σταθώ στην ουσία αυτών των θεμάτων, που δείχνει να διαφεύγει της όλης συζήτησης.
Γιατί αυτό που θα έπρεπε να συζητάμε είναι κάτι πολύ πιο βαθύ και κρίσιμο από μια πολιτική αντιπαράθεση του επιπέδου «μας λέγατε για τον δικό μας αρχηγό και δεν βλέπετε τα χάλια του δικού σας».
Είναι κάτι πέρα από την επιδίωξη βραχυχρόνιων πλεονεκτημάτων μέσα σε μια δημοσιότητα που χαρακτηρίζεται από μια εξίσου γρήγορη ανάδειξη και μετά απώθηση θεμάτων και ερωτημάτων.
Το ουσιαστικό ζήτημα που οφείλουμε να συζητήσουμε κάποια στιγμή -έστω και με αυτήν την αφορμή- είναι εάν έχουμε καταφέρει να βρούμε τρόπους να θωρακίσουμε πραγματικά την πολιτική απέναντι στον πλούτο, ιδίως τον πλούτο που την αντιμετωπίζει απλώς ως μηχανισμό εξυπηρέτησης συμφερόντων.
Γιατί τότε, τα ζητήματα αποκτούν άλλες διαστάσεις και άλλες προοπτικές.
Τότε για παράδειγμα το γεγονός ότι ο Στέφανος Κασσελάκης είναι επιχειρηματίας του εξωτερικού – κάτι άλλωστε που δεν το έκρυψε ποτέ, αντιθέτως στήριξε σε αυτό σε μεγάλο βαθμό και την απεύθυνσή του – δύσκολα ανάγεται σε μέγα πολιτικό θέμα, πέραν κάποιων συμπερασμάτων για τη γνώση του για την ελληνική πραγματικότητα και την προετοιμασία του για να μπει στον πολιτικό στίβο. Ναι, προφανώς δεν μπορεί πλέον να είναι επιχειρηματίας, αλλά η αποκάλυψη αυτής της ιδιότητάς του καθαυτή δεν μας αλλάζει κάτι για την εικόνα που έχουμε για αυτόν τον πολιτικό. Για τα καλά του και τα στραβά του, στα οποία έχουμε αναφερθεί και σε άλλες περιπτώσεις.
Αντιθέτως, πολιτικό θέμα ουσίας προκύπτει όταν βλέπεις πολιτικούς να λειτουργούν ως γραφεία εξυπηρέτησης επιχειρηματικών συμφερόντων.
Όταν συνειδητοποιείς ότι η μία ή η άλλη ρύθμιση, προσθήκη ή τροπολογία δεν προέκυψε από τη μία ή την άλλη πραγματική ανάγκη, αλλά από την πίεση κάποιου να «κάνει τη δουλειά του». Όταν βλέπεις νομοσχέδια που στην πραγματικότητα είναι «παραδοτέα» σε συγκεκριμένους επιχειρηματίες. Όταν συνειδητοποιείς ότι δαιδαλώδεις διατυπώσεις, συχνά στρατηγικά «φυτεμένες» σε άσχετα νομοσχέδια, έχουν υπαγορευτεί στους εισηγητές τους.
Όταν βλέπεις διάφορες διευκολύνσεις και εξυπηρετήσεις από τη μεριά επιχειρήσεων και επιχειρηματιών προς πολιτικούς, που είναι βέβαιο ότι δεν γίνονται χωρίς αντάλλαγμα, από το «παρκάρισμα» κομματικών στελεχών σε επιχειρηματικές θέσεις ώστε να σιτίζονται επιπλέον, έως «εξυπηρετικές» επιλογές κατεύθυνσης της διαφήμισης.
Και τέτοια παραδείγματα και είχαμε και έχουμε και πολύ φοβάμαι ότι θα συνεχίσουμε να έχουμε.
Οι συναλλαγές και τα deal πίσω από τέτοιες «εξυπηρετήσεις» είναι το πρόβλημα. Συναλλαγές που τις περισσότερες φορές δεν μπορεί καν να τις εντοπίσει κανείς, μια που ακόμη και ο σημερινός μηχανισμός με τον έλεγχο των πόθεν έσχες εξακολουθεί να στηρίζεται στη μάλλον αβάσιμη πεποίθηση ότι κάποιος θα πάρει μια μίζα και θα την βάλει στον προσωπικό του λογαριασμό για να την εμφανίσει μετά στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης.
Και το πρόβλημα οξύνεται όταν συνειδητοποιείς ότι πολιτικοί στην πραγματικότητα συγκροτούν κανονικό οικογενειακό επιχειρηματικό βραχίονα.
Και δεν λέω καλό πράγμα και ενίοτε αναγκαίος είναι ο διάλογος ανάμεσα σε πολιτική και επιχειρηματικότητα, αλλά καλό είναι η σχέση να περιορίζεται στην ανταλλαγή απόψεων και στην εποικοδομητική συνεργασία για το καλό της οικονομίας, χωρίς να καταπατώνται τα όρια και οι διαχωριστικές γραμμές που πρέπει να υπάρχουν.
Και η απόδειξη ότι ο δρόμος που έχουμε να διανύσουμε ακόμη είναι μακρύς και ότι αποφεύγουμε την ουσιαστική συζήτηση, είναι ότι τις περισσότερες φορές όλα αυτά απλώς τα εικάζεις εκ του αποτελέσματος. Από το είδος των πολιτικών που χαράσσονται, από τη διάχυτη αίσθηση ότι «κανείς δεν πάει χαμένος», από την αναδρομική συνειδητοποίηση ότι κάποιος σε payroll ήταν εξαρχής, από τη διαπίστωση ότι διαμορφώνονται ιδιότυπες τριγωνικές σχέσεις μεταξύ πολιτικών, επιχειρήσεων και ΜΜΕ.
Μόνο που η κλεψύδρα έχει γυρίσει, γιατί όλα αυτά στην πραγματικότητα οδηγούν σε μια ακόμη πιο βαθιά κρίση και της δημοκρατίας και της πολιτικής και εμπεδώνουν και την πεποίθηση σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας ότι οι πολιτικοί είναι κυνικοί και απλώς επιδιώκουν να εξυπηρετήσουν το ιδιοτελές τους συμφέρον, με ό,τι κινδύνους συνεπάγεται αυτό με μια ακροδεξιά έτοιμη να καπηλευτεί την απογοήτευση του κόσμου.
Και γι’ αυτόν τον λόγο επείγει να θέσουμε τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων και να ξεκινήσει μια συζήτηση που να μην μένει απλώς σε φαινομενικά αυστηρούς περιορισμούς, αλλά ελέγχους που είναι τυπικοί και επιφανειακοί και στην πραγματικότητα απλώς στηρίζονται στην όποια ειλικρίνεια του ελεγχόμενου. Μια συζήτηση για το πώς και με ποια εργαλεία μπορεί να υπάρξει καταγραφή και άρα έλεγχος των πραγματικών διαδρομών του πολιτικού χρήματος, αλλά και μια συζήτηση για το πώς τα ίδια τα κόμματα θα επιβάλουν, πρώτα και κύρια στο εσωτερικό τους, εκείνη την πολιτική κουλτούρα που θα κατοχυρώνει ότι όντως κάποιος μπαίνει στην πολιτική για να βγει φτωχότερος όχι πλουσιότερος.

Πηγή: https://www.in.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.