Γράφει η Βίβιαν Αβρααμίδου-Πλούμπη //Όταν ήμουν μικρή, φοβόμουν έναν διάδρομο στο πατρικό μας σπίτι. Όχι το δωμάτιό μου. Ούτε το ίδιο το σκοτάδι. Μόνο εκείνον τον μακρύ διάδρομο που έπρεπε να διασχίσω τη νύχτα για να φτάσω στην τουαλέτα.

Αμμόχωστος – Ο διάδρομος στο κατεχόμενο μου σπίτι
Ακόμη και σήμερα δυσκολεύομαι να εξηγήσω ακριβώς τι φοβόμουν. Δεν ήταν μήπως κρυβόταν κάποιος άνθρωπος εκεί. Δεν είχα ποτέ τέτοιους φόβους. Ούτε μεγάλωσα φοβισμένο παιδί. Αντίθετα, στη ζωή μου συνήθως δεν βάζω εύκολα το κακό με τον νου μου. Δεν φοβάμαι πως κάποιος θα με βλάψει, ούτε πως πίσω από κάθε άγνωστο υπάρχει μια απειλή. Κι ούτε μέσα σε εκείνον τον διάδρομο ένιωθα πως παραμόνευε κάποιος κίνδυνος.
Κι όμως, κάτι υπήρχε εκεί. Ή, ίσως πιο σωστά, κάτι αισθανόμουν εγώ. Μια παράξενη αίσθηση πως μέσα σε εκείνο το σκοτάδι οι άνθρωποι που έφυγαν από τη ζωή βρίσκονται λίγο πιο κοντά στους ζωντανούς. Όχι σαν φαντάσματα· περισσότερο σαν παρουσία της απουσίας τους.
Το παράξενο είναι πως αυτό το συναίσθημα δεν έφυγε ποτέ εντελώς. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν ορισμένοι χώροι —κυρίως διάδρομοι, σκάλες ή ενδιάμεσα μέρη μέσα σε σπίτια— όπου επιστρέφει ξαφνικά χωρίς προειδοποίηση. Όχι παντού. Μόνο σε χώρους-περάσματα· σε διαδρόμους, σκάλες και άλλα ενδιάμεσα μέρη των σπιτιών. Ίσως γιατί είναι χώροι που δεν ανήκουν πραγματικά σε κανέναν. Δεν είναι το δωμάτιο κάποιου ανθρώπου, ούτε φιλοξενούν κάποια συγκεκριμένη στιγμή της οικογενειακής ζωής. Υπάρχουν μόνο για να περνάμε μέσα από αυτούς πηγαίνοντας κάπου αλλού.

Αμμόχωστος – Η κεντρική σκάλα στο κατεχόμενο μου σπίτι
Για χρόνια ονόμαζα αυτό το συναίσθημα «φόβο», επειδή αυτή ήταν η πιο κοντινή λέξη που υπήρχε. Μεγαλώνοντας όμως άρχισα να αμφιβάλλω αν ήταν πράγματι η σωστή λέξη. Οι αρχαίοι συνέδεαν τον φόβο με τη φυγή· με την ανάγκη να σωθεί κανείς από έναν κίνδυνο. Εγώ όμως δεν ήθελα να σωθώ από κάτι. Ούτε, όμως, να διαχειριστώ αυτό το συναίσθημα. Ήθελα μόνο να φτάσω λίγο πιο γρήγορα στο φως.
Και τότε άρχισα να σκέφτομαι κάτι άλλο: μήπως δεν υπάρχουν τελικά λέξεις για όλα όσα αισθάνεται ένας άνθρωπος.
Ίσως χρησιμοποιούμε συχνά πρόχειρα τις λέξεις — φόβος, θλίψη, νοσταλγία, μοναξιά — για εμπειρίες πολύ πιο σύνθετες και ασαφείς. Ίσως υπάρχουν συναισθήματα που βρίσκονται ανάμεσα στις λέξεις, χωρίς να χωρούν εντελώς σε καμία από αυτές.
Ίσως γι’ αυτό η ανθρώπινη γλώσσα δεν σταματά ποτέ να γράφει ποιήματα, μυθιστορήματα και τραγούδια. Επειδή πάντοτε θα υπάρχει κάτι που δεν λέγεται ακριβώς. Κάτι που η καθημερινή ονομασία του δεν αρκεί.
Ακόμη και σήμερα πιστεύω πως η λέξη «φόβος» δεν ήταν η σωστή λέξη για εκείνον τον διάδρομο. Ίσως, τελικά, γιατί υπάρχουν αισθήματα που δεν χωρούν ακριβώς στις λέξεις που χρησιμοποιούμε για τους ζωντανούς.
Πηγή: https://www.fractalart.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.