Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

ΠΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΕΞΕΥΤΕΛΙΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ ΘΑ ΜΠΟΡΕΣΟΥΝ ΤΩΡΑ ΝΑ ΤΗΝ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΟΥΝ;

Σώτη Τριανταφύλλου*
Οι καλές προθέσεις για τη μεταρρύθμιση της παιδείας θα έχουν αποτέλεσμα αν συμφωνήσουμε, κατ’ αρχή, ποιο θέλουμε να είναι το αποτέλεσμα. Εδώ το πράγμα μπερδεύεται: το Υπουργείο Παιδείας (και Θρησκευμάτων!) ορθώς προσβλέπει στην ενίσχυση του σχολείου και στη σταδιακή κατάργηση του φροντιστηρίου ― όλοι έχουμε την παράλογη εμπειρία της μετατόπισης του ενδιαφέροντος από το λύκειο στο φροντιστήριο προκειμένου να μπούμε στο πανεπιστήμιο.
Αν και τα σημερινά παιδιά, τα δήθεν υπερβολικά «επιβαρυμένα» με μαθήματα, έχουν αφεθεί να πιστεύουν ότι η σχολική και φροντιστηριακή πίεση είναι κατάρα της δικής τους γενιάς, όλες οι εν ζωή γενιές στην Ελλάδα έχουν φοιτήσει σε φροντιστήρια. Στην τρίτη λυκείου και στην παλιότερη έκτη γυμνασίου, τα παιδιά επικεντρώνονταν στα φροντιστηριακά μαθήματα· πολλά μάλιστα άρχιζαν την προετοιμασία για τις εξετάσεις στα ΑΕΙ ένα χρόνο νωρίτερα· συχνά πρόσθεταν ιδιωτικά μαθήματα στο σπίτι. Πριν από την πασοκοκρατία, δεν υπήρχαν τόσα πανεπιστήμια και ήταν απείρως δυσκολότερη η εισαγωγή στα υπάρχοντα μολονότι μετά το 1974 το επίπεδο των σπουδών κατέρρευσε: τη μάθηση αντικατέστησε το φοιτητικό κίνημα. Περιέργως, όλοι φαίνονταν ενθουσιασμένοι και περνούσαν υπέροχα: όσο πιο χαώδης ήταν η καθημερινότητα στα ΑΕΙ τόσο εντεινόταν ο λαϊκός ενθουσιασμός.

Στη συνέχεια, η προπαγάνδα περί «των παιδιών των λαϊκών τάξεων» που μένουν εκτός του νυμφώνος –λες και υπάρχει τεράστιο πλήθος παιδιών «των αστικών τάξεων» ή λες και πρέπει όλος ο λαός να γίνει «επιστήμονας» (η λέξη είναι εύγλωττη για το πώς βλέπουμε τη γνώση) –κατέληξε στη δημιουργία ψευτο-ΑΕΙ με ψευτο-καθηγητές και ψευτο-φοιτητές· η τριτοβάθμια εκπαίδευση έγινε επισήμως μια φάρσα. Το πελατειακό κράτος διόρισε τους δικούς του και εξασφάλισε την κυριαρχία της ιδεολογίας. Δεν είναι λίγα τα στελέχη της σημερινής εξουσίας που έχουν συμμετάσχει σ’ αυτή τη φάρσα και που υπερηφανεύονται για το προπαγανδιστικό τους έργο – το οποίο, προφανώς, έχει αποδώσει: ο Έλληνας μαζάνθρωπος, ο κομφορμιστής, ο λουφαδόρος, ο καλοπερασάκιας, ο αγράμματος που παριστάνει τον διανοούμενο είναι το προϊόν της διαδικασίας. Η ηγεμονική ιδεολογία στηρίχτηκε σ’ αυτόν: αριστεροσύνη και life-style ή αριστεροσύνη και χωριατιά.

Το πρόβλημα τώρα είναι πώς θα προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις μια κυβέρνηση τόσο φτωχή σε ιδέες. Η αντίληψη της ενίσχυσης του λυκείου έναντι του φροντιστηρίου είναι βεβαίως σωστή· τι θα γίνει όμως με το τεράστιο δίκτυο της παραπαιδείας που έχει δημιουργήσει μια ολόκληρη συντεχνία εδώ και μισό αιώνα; Πώς θα αλλάξει το σχολείο όταν οι κυβερνήσεις θωπεύουν συνδικαλιστές καθηγητές και γονείς που συμμετέχουν σε μαθητικές καταλήψεις; Ο Έλληνας που παίζει το κομπολόι χαλαρά στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη ή κατεβαίνει σε συλλαλητήρια μαζί με ρασοφόρους και ρατσιστές –δηλαδή το κατασκεύασμα αυτού του σχολείου που συνδυάζει την εθνικιστική δεξιά με τη χυδαία αριστερά– είναι αντικείμενο πολιτικής κολακείας· τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει αν δεν αλλάξει αυτή η νοοτροπία, αυτή η ψυχική ανισορροπία – την οποία επιδείνωσε η πολιτικοποίηση του σχολείου απομακρύνοντας ακόμα περισσότερο τους Έλληνες από τη γνώση.

Αναρωτιέμαι λοιπόν πώς άνθρωποι που δεν κατανοούν τι συνέβη στην παιδεία και τι θα μπορούσε να διορθώσει μια σχεδόν απελπιστική κατάσταση με πολλούς παράγοντες, είναι σε θέση να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις. Στο σχολείο έχει χαθεί –αν υπήρχε ποτέ– η ίδια η γλώσσα: χωρίς καλά επεξεργασμένο γλωσσικό όργανο, ο κίνδυνος εκφασισμού στον σύγχρονο κόσμο είναι τρομερός. Παραλλήλως, δεν τίθεται κανένα ιδανικό ομορφιάς, δεν ενθαρρύνεται η αναζήτηση του ωραίου: οι μαθητές φαίνονται βολεμένοι σε βανδαλισμένα σχολικά κτήρια, δεν μαθαίνουν να σέβονται τον δημόσιο χώρο, ούτε να αναγνωρίζουν την αυθεντία, την «αρχή». Η δημοκρατία είναι το μοναδικό καθεστώς που εξαρτάται τόσο πολύ από τα υποκείμενά της· τα υπόλοιπα συστήματα εξαρτώνται περισσότερο από τους μηχανισμούς. Οπότε, επιμένω στον κίνδυνο του εκφασισμού.

Οι πολιτισμοί που δεν έχουν γνωρίσει Αναγέννηση αποστρέφονται το καινούργιο. Το χαρακτηριστικό της Αναγέννησης ήταν οι ανοιχτοί ορίζοντες, η περιέργεια του ανθρώπου, η θέληση να γνωρίσει... Εμείς θεωρούμε ότι τα ξέρουμε όλα. Και η κουλτούρα μας επιμένει στο ηθικό μέρος, στους προαιώνιους ηθικούς κανόνες, επικαιροποιημένους με την προαναφερθείσα αριστεροσύνη: δεν τίθενται καν τα μεγάλα προβλήματα της σύγχρονης ηθικής· δεν κάνουμε διάκριση ανάμεσα στη νομική ηθική και στην απελευθερωτική και δημιουργική ηθική. Δεν κάνουμε διάκριση μεταξύ morality και ethics. Ο ρυθμός μας είναι επαναληπτικός. Στην ελληνική κοινωνία είναι πολύ περιορισμένες οι ομάδες των ανθρώπων που καινοτομούν. Και η κοινωνία τους θεωρεί ανεπιθύμητους: προτιμά την ομφαλοσκόπηση και τη σιγουριά. Είμαστε τελευταίοι στην Ευρώπη σε ό,τι αφορά την καινοτομία και την έρευνα· δεν είναι οικονομικό ζήτημα· είναι ζήτημα μυαλού. Στο βάθος, ο λόγος για τον οποίον είναι διαλυμένη η παιδεία είναι ο φόβος μήπως ενισχυθεί το ρεύμα μιας ανησυχίας: τόσο η αριστερά –δηλαδή η συντήρηση– όσο και η Εκκλησία εμποδίζουν οποιαδήποτε αλλαγή. Αμφιβάλλω αν αυτή η διεστραμμένη συλλογική οντότητα μπορεί να μεταρρυθμίσει το σχολείο στην κατεύθυνση της γνώσης και της ψυχικής ανεξαρτησίας. Και μάλιστα σ’ ένα περιβάλλον ασυνάρτητα επιτρεπτικό (ο υπουργός κάνει λόγο για σαββατόβραδα όπου τα παιδιά πρέπει να βγαίνουν και να πίνουν «το ποτό τους» σαν να μην έχει υπόψη του τον νόμο περί κατανάλωσης οινοπνευματωδών από ανηλίκους) και συγχρόνως ασφυκτικό: η Ελληνίδα μάνα δημιουργεί τέτοιο βαθμό εξάρτησης ώστε τα παιδιά δεν γίνονται ποτέ ανεξάρτητοι πολίτες. Είναι γνωστά όλα τούτα: συμβίωση τριών γενεών σε ένα σπίτι, απουσία ιδιωτικότητας, κατασκευή μαμόθρεφτων – τα θεωρούμε γραφικά, χαριτωμένα ίσως.

Θέλω να πω: πώς άνθρωποι και παρατάξεις που εξευτέλισαν την παιδεία θα μπορέσουν τώρα να να την εκσυγχρονίσουν; Πώς άνθρωποι που πιστεύουν στην απάτη του «ασύλου» και θεωρούν ασυγχώρητο ελιτισμό την ακαδημαϊκή και κοινωνική φιλοδοξία θα κινηθούν στην κατεύθυνση της φιλομάθειας και της αξιοκρατίας; Μερικές φορές αισθάνομαι ότι δεν έχουμε καμιά ελπίδα.

*Η Σώτη Τριανταφύλλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1957. Είναι ιστορικός και συγγραφέας. Αποφοίτησε από τη Φαρμακευτική του ΕΚΠΑ το 1979 και στη συνέχεια σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στο πανεπιστήμιο της Nice και της Αθήνας. Έκανε διδακτορικές σπουδές στην Αμερικανική Ιστορία (στο Παρίσι (ΕΗΕSS)) και στην Ιστορία της Αμερικανικής Πόλης (στη Νέα Υόρκη (NYU)), μεταδιδακτορικές στην ιστορία των μαθηματικών, στη ρωσική ιστορία και στις διεθνείς σχέσεις. Ειδικεύτηκε στην ιστορία του Ψυχρού Πολέμου. Το τελευταίο της βιβλίο είναι «Το τέλος του κόσμου σε αγγλικό κήπο».

Πηγή: athensvoice.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.