Κυριακή, 16 Ιουνίου 2019

TΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΘΕΡΙΣΜΟΥ!

Ελένη Σοφού


Ο Ιούνιος είναι ο πρώτος γιός του καλοκαιριού και ο έκτος εγγονός του χρόνου, ο μήνας της προσδοκίας για το πρώτο ψωμί, ο «Θεριστής της Ελλάδας». Είναι ο μήνας που γίνεται το θέρισμα, η σημαντικότερη δουλειά του γεωργού αφού ώριμο πια το στάχυ θα δώσει τον πολυπόθητο καρπό του για την παραγωγή του ψωμιού, το βασικότερο αγαθό για κάθε οικογένεια.
Πάνε πολλά χρόνια πίσω… όταν οι γονείς μας ήταν παιδιά… τότε που ο θερισμός είχε τη δική του χάρη, τότε που ήταν μια μεγάλη και ξεχωριστή γιορτή, σωστό πανηγύρι με γέλια, τραγούδια και σκληρή δουλειά. Οι θεριστάδες μετακόμιζαν στα χωράφια, νεαρά αγόρια γεμάτα ζωή, δυνατοί άντρες που τα δρεπάνια έπιαναν φωτιά στα χέρια τους. Δίπλα τους δούλευαν οι γυναίκες με τα άσπρα μαντήλια στα κεφάλια τους για να προστατεύονται από τον ήλιο, κοριτσόπουλα σαν τα κρύα τα νερά στο πλευρό των δραστήριων και άξιων μανάδων τους, θέριζαν, κουβαλούσαν στάχυα και έδεναν δεμάτια. Τα μικρά παιδιά κουβαλούσαν νερό από την πηγή με στάμνες στους ανθρώπους που κόπιαζαν για να τους ξεδιψάσουν και να δροσίσουν το γεμάτο ιδρώτα πρόσωπό τους. Πολλές μικρομάνες έπαιρναν τα μωρά μαζί τους μέσα σε αυτοσχέδιες κούνιες και τις κρεμούσαν στον ίσκιο των δέντρων. Όλοι γίνονταν ένα, αφεντικά και εργάτες, από το πρωί με τ’ άστρο του Αυγερινού μέχρι το δείλι δούλευαν με σβελτάδα για να εξασφαλίσουν το γλυκό ψωμί και να δικαιωθούν οι κόποι τους. Ανάμεσα τους πάντα τρύπωνε ένας απρόσκλητος επισκέπτης … ο θεός του έρωτα … να κάνει παιχνίδια με τα βέλη του ανάμεσα στα χρυσαφένια στάχυα… Στους πρωταγωνιστές του θερισμού, στους παππούδες και στις γιαγιάδες μας, σε αυτούς που ανάθρεψαν τους γονείς μας – κλαδιά κι εμείς από τις ρίζες τους – που πότισαν με τον ιδρώτα τους τη γη, που έκαναν τον μόχθο τους τραγούδι, που βρήκαν την ευτυχία μέσα σε απλά πράγματα, θα ήθελα να αφιερώσω ένα ποίημα με τίτλο «Τραγούδι του θεριστή» από την ποιητική συλλογή τα Αγροτικά (1891) του Κώστα Κρυστάλλη, του ποιητή που ύμνησε όσο κανένας άλλος την ελληνική ύπαιθρο, την ομορφιά της ελληνικής γης και την αγνότητα του αγροτικού μόχθου. 
— Πάρετε, απόσκια, πάρετε, να πάψη το 'λιοπύρι.
Να 'βγη τ' αγέρι απ' ταις σπηλιαίς να χύση τη δροσιά του.
Να ξανασάνη η αργατειά, κι' η ώμορφαις θερίστραις
Να βγάλουν τα μαντήλια τους να δείξουν τοις θωριαίς τους,
Να ταις γνωρίσω από μακριά, να ιδώ πού νάναι η Πούλια
Η Πούλια η αγάπη μου με τα γλυκά τα μάτια·
Να καρτερέσω ολημερίς, ως που να πάρ' η νύχτα,
Να πάη 'ς την βρύσι για νερό, 'ς την αργατειά να φέρη,
Να την ευρώ κατάστρατα να την γλυκοφιλήσω,
Και να της 'πω τον πόνο μου, τον πόνο της καρδιάς μου.
Γιατί δυο χρόνια την τηρώ 'ς τα μάτια της μ' αγάπη,
Κι' ακόμα δεν της τώδειξα, και δεν της τώπα ακόμα.
Πήραν τ' απόσκια 'ς τα ριζά κ' ετσάκισε το κάμμα,
Βγήκε τ' αγέρι απ' ταις σπηλιαίς κ' εδρόσισε τον κάμπο,
Κ' η αργατειά ξανάσανε, κ' η ώμορφαις θερίστραις
Έβγαλαν τα μαντήλια τους, κ' ελάμψαν η ωμορφιαίς τους
Μέσα 'ς τα στάχυα τα χρυσά σαν νάτανε Νεράιδες.
Αράδ' αράδα εις κάθε μια ρίχνει το μάτι ο Λάμπης
Και δεν γνωρίζει πουθενά την ώμορφη την Πούλια,
Και καρτεράει ολημερίς, όσο που πήρε η νύχτα,
Και τριγυρίζει 'ς τα κλαριά, τα μονοπάτια πιάνει,
Διαβαίνει απ' ταις νεροσυρμαίς, περνάει κι' από τη βρύσι,
Παίρνει μια-μια ταις θημωνιαίς, τ' αλώνια αράδ'-αράδα,
Κι' ολούθε βλέπει νηούς και νηαίς·...την Πούλια δεν την βλέπει.
Ταχυά ξημέρωσε γιορτή. Τ' απόγιομα 'ς τ' αλώνια
Στήσαν η λυγεραίς χορό, κι ακούει ο δόλιος Λάμπης
Στ' άλλα τραγούδια ανάμεσα που λέν' η νηαίς μπροστά του,
Της Πούλιας τ' αρραβώνιασμα!..................

Πηγή: Αγροτικά Κ. Κρυστάλλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.