Marco Vicenzino

Σε έναν κατακερματισμένο, πολυκεντρικό κόσμο, η αστάθεια στον Κόλπο δεν είναι πλέον ένα περιφερειακό πρόβλημα με παγκόσμιες συνέπειες. Είναι ένα παγκόσμιο πρόβλημα που μεταδίδεται μέσω ενός περιφερειακού σημείου ασφυξίας.
Ακόμη και όταν οι μεγάλες εχθροπραξίες υποχωρήσουν, ο Περσικός Κόλπος δύσκολα θα επιστρέψει γρήγορα στην κανονικότητα. Το πραγματικό μεταπολεμικό ερώτημα είναι αν τα Στενά του Ορμούζ θα εξελιχθούν σε μόνιμη πηγή αστάθειας — με άμεσες συνέπειες για την Ελλάδα και για την Ευρώπη.
Το τέλος των μεγάλων εχθροπραξιών στον Κόλπο δεν θα αποκαταστήσει την κανονικότητα. Θα εγκαινιάσει μια νέα και πιο ανθεκτική φάση αστάθειας. Η αμερικανική θέση, όπως διατυπώθηκε την 1η Απριλίου, κατέστησε σαφές ότι η Ουάσιγκτον δεν έχει ακόμη αρθρώσει ένα σταθερό χρονοδιάγραμμα αποκλιμάκωσης και διατηρεί στο τραπέζι το ενδεχόμενο περαιτέρω πίεσης, ακόμη και κατά των ιρανικών ενεργειακών υποδομών, εφόσον οι διαπραγματεύσεις αποτύχουν. Αυτό δεν παραπέμπει ακόμη σε μια σαφώς ορισμένη μεταπολεμική διευθέτηση.
Η σύγκρουση κατανοείται καλύτερα μέσα από πέντε φάσεις: τη ρήξη της 7ης Οκτωβρίου· την περιφερειακή διάχυση μέσω πληρεξουσίων, πολιτοφυλακών και θαλάσσιων διαταραχών· τη μετάβαση από τον σκιώδη πόλεμο στην άμεση αντιπαράθεση Ισραήλ–Ιράν· την άμεση αμερικανοϊσραηλινή στρατιωτική πίεση κατά του Ιράν· και, στη συνέχεια, μια μεταπολεμική φάση διαχειριζόμενης αστάθειας με επίκεντρο τα Στενά του Ορμούζ. Αυτή η πέμπτη φάση είναι πλέον η σημαντικότερη. Το πεδίο της μάχης μπορεί να ησυχάσει πριν ησυχάσει η περιοχή. Ο ρυθμός της ανοιχτής σύγκρουσης μπορεί να μειωθεί προτού μειωθούν οι στρατηγικές της συνέπειες.
Για την Ελλάδα, αυτό είναι πρωτίστως ένα ναυτιλιακό ζήτημα. Η Ελλάδα δεν είναι ένας μακρινός παρατηρητής των Ορμούζ. Είναι μία από τις χώρες που εκτίθενται πιο άμεσα σε ό,τι συμβαίνει εκεί. Η Αθήνα έχει ήδη αντιμετωπίσει το θέμα ως τέτοιο. Οι ελληνικές αρχές προειδοποίησαν τα ναυτιλιακά συμφέροντα να αποφύγουν την περιοχή καθώς η κρίση κλιμακωνόταν, ενώ ο Γιώργος Γεραπετρίτης απέρριψε τις αποσπασματικές διευθετήσεις διέλευσης και ζήτησε ένα πιο σταθερό πλαίσιο υπό διεθνή αιγίδα, που να διασφαλίζει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Αυτή είναι η στάση μιας χώρας που γνωρίζει ότι η αστάθεια στα Ορμούζ δεν αποτελεί μια μακρινή μεσανατολική εξέλιξη, αλλά ζήτημα άμεσου εθνικού ενδιαφέροντος.
Ο λόγος είναι απλός. Η Ελλάδα παραμένει η κορυφαία πλοιοκτήτρια δύναμη παγκοσμίως ως προς τη μεταφορική ικανότητα του στόλου της, αντιπροσωπεύοντας το 16,4% της παγκόσμιας χωρητικότητας deadweight tonnage. Αυτό το δεδομένο και μόνο αρκεί για να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο η Αθήνα οφείλει να σκέφτεται για τον Κόλπο. Για την Ελλάδα, τα Ορμούζ δεν είναι απλώς μια στρατηγική επικαιρότητα. Αποτελούν μέρος του επιχειρησιακού περιβάλλοντος της ελληνικής ναυτιλίας, της ελληνικής εμπορικής εμβέλειας και της ελληνικής οικονομικής έκθεσης. Όταν ο κεντρικός θαλάσσιος λαιμός της περιοχής καθίσταται ασταθής, τα ελληνικά συμφέροντα λειτουργούν εντός της ζώνης των συνεπειών.
Το κεντρικό μεταπολεμικό ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν τα Στενά του Ορμούζ θα είναι τυπικά ανοιχτά ή τυπικά κλειστά. Αυτή η διάκριση είναι υπερβολικά αδρή. Το ουσιώδες ερώτημα είναι αν η θαλάσσια αυτή δίοδος θα καταστεί διαρκώς υπό όρους: τεχνικά πλωτή, αλλά πολιτικά σκιασμένη· τυπικά ανοικτή, αλλά στρατηγικά ανασφαλής· χρησιμοποιήσιμη, αλλά μόνο με στρατηγικό κόστος. Ένα σημείο ασφυξίας δεν χρειάζεται να σφραγιστεί πλήρως για να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης. Αρκεί να παραμείνει αρκετά επισφαλές ώστε κάθε διέλευση να συνοδεύεται από πρόσθετο κόστος, προσοχή και αβεβαιότητα.
Αυτή είναι ήδη η κατεύθυνση των εξελίξεων. Οι πρόσφατες διελεύσεις ενός περιορισμένου αριθμού μη ιρανικών πλοίων — μεταξύ αυτών κινεζικών containerships και ελληνικά διαχειριζόμενου δεξαμενόπλοιου που μετέφερε σαουδαραβικό αργό — δεν σήμαναν επαναφορά της κανονικότητας. Αντιθέτως, υπογράμμισαν πόσο μη κανονικό έχει γίνει το επιχειρησιακό περιβάλλον. Μια διαδρομή που άλλοτε λειτουργούσε ως ρουτίνα της παγκόσμιας οικονομίας, τώρα λειτουργεί υπό επίμονο κίνδυνο. Έτσι ακριβώς μια θαλάσσια αρτηρία παύει να είναι απλώς εμπορική και μετατρέπεται σε μόνιμο εργαλείο πίεσης.
Η ευρύτερη σημασία αυτού είναι προφανής. Περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου και του υγροποιημένου φυσικού αερίου διέρχεται από τα Ορμούζ. Όταν αυτό το πέρασμα βρίσκεται υπό διαρκή πίεση, οι συνέπειες δεν παραμένουν τοπικές. Μεταφέρονται γρήγορα στις τιμές, στα ναύλα, στα ασφάλιστρα και στις νομισματικές προσδοκίες. Η διαταραχή που έχει ήδη αρχίσει αναμένεται να πλήξει πιο άμεσα την Ευρώπη μέσω στενότερης διαθεσιμότητας καυσίμων, ασθενέστερης ανάπτυξης και ανανεωμένων πληθωριστικών πιέσεων. Το θέμα δεν είναι απλώς ότι ο πόλεμος ανεβάζει τις τιμές. Είναι ότι η παρατεταμένη αβεβαιότητα σε ένα τόσο στενό θαλάσσιο πέρασμα μπορεί να ακτινοβολήσει σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή οικονομία πολύ μετά την ύφεση της πιο ορατής στρατιωτικής φάσης.
Για την Ευρώπη, το ζήτημα δεν αφορά μόνο την άμεση ενεργειακή έκθεση. Αφορά επίσης τη μετάδοση της αστάθειας του Κόλπου στο κόστος μεταφορών, στα διυλισμένα προϊόντα, στις πληθωριστικές προσδοκίες και στην ανάπτυξη. Η ανασφάλεια σε ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα μπορεί γρήγορα να μετατραπεί σε μακροοικονομική πίεση σε ολόκληρη την ήπειρο. Για την Ελλάδα, αυτές οι ευρωπαϊκές πιέσεις ενισχύονται από τον διπλό της ρόλο: ως μεγάλης ναυτιλιακής δύναμης και ως ολοένα σημαντικότερης ενεργειακής πύλης. Η Ευρώπη, επομένως, δεν αντιμετωπίζει μια μακρινή περιφερειακή διαταραχή. Αντιμετωπίζει μια στρατηγική ευπάθεια με άμεσες οικονομικές συνέπειες.
Η ελληνική διάσταση, όμως, δεν σταματά στη ναυτιλία. Επεκτείνεται και στη συνολικότερη ευρωπαϊκή ενεργειακή προσαρμογή. Καθώς η αβεβαιότητα στον Κόλπο εντάθηκε, τα πρότυπα εμπορίου έχουν ήδη αρχίσει να μεταβάλλονται. Στα τέλη Μαρτίου, φορτίο αμερικανικού αργού κατευθύνθηκε προς την Ελλάδα για πρώτη φορά εδώ και περίπου τέσσερα χρόνια, καθώς τα διυλιστήρια αναζητούσαν εναλλακτικές στις προμήθειες της Μέσης Ανατολής. Την ίδια ώρα, οι ροές καυσίμων από τις Ηνωμένες Πολιτείες προς την Ευρώπη και την Ασία αυξήθηκαν αισθητά, αντανακλώντας μια ευρύτερη ανακατεύθυνση ροών καθώς οι αγορές επιχειρούσαν να καλύψουν το κενό από τις διαταραγμένες μεσανατολικές προμήθειες. Η Ελλάδα, συνεπώς, δεν είναι μόνο εκτεθειμένη στην αστάθεια του Κόλπου. Καθίσταται και πιο σημαντική για την ευρωπαϊκή προσπάθεια διαχείρισής της.
Σε έναν κατακερματισμένο, πολυκεντρικό κόσμο, η αστάθεια στον Κόλπο δεν είναι πλέον ένα περιφερειακό πρόβλημα με παγκόσμιες συνέπειες. Είναι ένα παγκόσμιο πρόβλημα που μεταδίδεται μέσω ενός περιφερειακού σημείου ασφυξίας.
Γι’ αυτό και η φράση «μετά τον πόλεμο» μπορεί να είναι παραπλανητική. Υποδηλώνει μια καθαρή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη σύγκρουση και την ανάκαμψη. Ο Κόλπος είναι απίθανο να προσφέρει κάτι τέτοιο. Ό,τι ακολουθήσει μετά τις μεγάλες εχθροπραξίες μπορεί να μη μοιάζει με πόλεμο στην πιο θεαματική του μορφή, αλλά μπορεί κάλλιστα να λειτουργήσει ως συνέχιση της σύγκρουσης με άλλα μέσα. Το πιθανότερο μοτίβο δεν είναι ένα θεαματικό και μόνιμο κλείσιμο των Ορμούζ, αλλά μια παρατεταμένη εποχή επιλεκτικής διαταραχής: πίεση στη ναυσιπλοΐα, επαναλαμβανόμενα σήματα αποτροπής, αυξημένα ασφάλιστρα, νομική και πολιτική ασάφεια γύρω από τη διέλευση, και περιοδικές υπενθυμίσεις ότι η δίοδος παραμένει υπό αίρεση. Ένα τέτοιο μοτίβο δεν θα σταματούσε πλήρως το σύστημα. Θα έκανε κάτι πιο λεπτό αλλά και πιο ανθεκτικό: θα εμπόδιζε την πλήρη επιστροφή της εμπιστοσύνης.
Εδώ ακριβώς αποκτά μεγαλύτερη σημασία η αμερικανική θέση της 1ης Απριλίου. Η σημασία της δεν έγκειται μόνο στις στρατιωτικές απειλές που περιείχε. Έδειξε επίσης ότι οι ενεργειακές υποδομές παραμένουν μέρος της εξίσωσης της πίεσης. Όσο η περαιτέρω πίεση κατά πετρελαϊκών και ηλεκτρικών υποδομών παραμένει πιθανή, ο Κόλπος δύσκολα θα ανακτήσει ένα σταθερό επιχειρησιακό περιβάλλον, ακόμη κι αν μειωθεί ο ρυθμός της ανοιχτής στρατιωτικής αντιπαράθεσης. Το ζήτημα δεν είναι πλέον μόνο η στρατιωτική κλιμάκωση. Είναι αν η περιοχή μπορεί να επιστρέψει σε ένα σταθερό περιβάλλον λειτουργίας.
Η πρακτική συνέπεια είναι ότι η επόμενη φάση θα καθοριστεί λιγότερο από θεαματικές στιγμές και περισσότερο από επίμονη συνθήκη υπό όρους. Η ναυσιπλοΐα μπορεί να συνεχιστεί, αλλά με υψηλότερο κόστος και μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα. Η ενέργεια μπορεί να συνεχίσει να ρέει, αλλά υπό πολιτική σκιά. Οι αγορές μπορεί να σταθεροποιηθούν προσωρινά, μόνο και μόνο για να υπενθυμιστεί ξανά ότι η διαταραχή μπορεί να επανενεργοποιηθεί γρήγορα. Δεν πρόκειται για επιστροφή στον πόλεμο στην πιο ορατή του μορφή. Πρόκειται για την κανονικοποίηση της διαχειριζόμενης αστάθειας.
Για την Ελλάδα, αυτή η αστάθεια δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως πρόβλημα κάποιου άλλου. Αγγίζει άμεσα την ελληνική ναυτιλία. Επηρεάζει την ευρωπαϊκή ενεργειακή ανθεκτικότητα, όπου η Ελλάδα αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία. Και ενισχύει τη σημασία της θαλάσσιας ασφάλειας ως βασικού εθνικού ζητήματος και όχι ως δευτερεύοντος. Η πρόκληση για την Αθήνα δεν είναι, επομένως, απλώς να σχολιάζει διπλωματικά τη σύγκρουση, αλλά να σκεφθεί στρατηγικά και με διάρκεια πώς θα λειτουργεί σε έναν κόσμο όπου βασικές θαλάσσιες οδοί μπορεί να παραμένουν τυπικά ανοικτές αλλά ουσιαστικά αποσταθεροποιημένες.
Η παλαιά υπόθεση ήταν ότι ένας πόλεμος στον Κόλπο παρήγαγε μια πρόσκαιρη μεταβλητότητα προτού επανέλθει η κανονική ροή του εμπορίου. Αυτή η υπόθεση γίνεται όλο και πιο δύσκολο να διατηρηθεί. Εκείνο που αναδύεται είναι μια πιο εύθραυστη ισορροπία, στην οποία η αβεβαιότητα αποκτά δομικό χαρακτήρα. Ο πόλεμος μπορεί κάποια στιγμή να υποχωρήσει. Η αστάθεια που θα ακολουθήσει είναι πολύ λιγότερο πιθανό να πράξει το ίδιο.
Η επόμενη φάση δύσκολα θα φέρει επιστροφή σε μια κανονική ειρήνη. Πιθανότερο είναι να διαμορφώσει μια τάξη πραγμάτων στον Κόλπο όπου η αβεβαιότητα γίνεται δομική — με άμεσες συνέπειες για την Ευρώπη και για την Ελλάδα.
Πηγή: https://www.tovima.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.