Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

Ο ΤΡΑΓΙΚΟΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΗΛΙΟΥΠΟΛΗΣ: "ΑΥΤΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ"!

Του Σταύρου Σταυρόπουλου // *

«Μαμά και μπαμπά, τρία χρόνια τώρα είμαι σε μια κατάσταση κατάθλιψης. Και μπορεί αυτός ο κόσμος να έχει τα ωραία του, αλλά ίσως ένας άλλος κόσμος να είναι καλύτερος. Φέτος είναι η χρονιά που θα δώσω πανελλήνιες εξετάσεις, αλλά φοβάμαι ότι δεν θα πάω καλά. Το ξέρω ότι δεν θα πάω καλά και έτσι θα καταλήξω με μια δουλειά, που δεν θα μου δίνει λεφτά.
Πλέον δεν με ευχαριστεί τίποτα από τη ζωή. Δεν μπορώ να δω τίποτα θετικό. Μαμά και μπαμπά, δεν θέλω πια να ζω. Αυτός ο κόσμος δεν είναι πια για μένα».


Μου είναι παντελώς αδύνατον να γράψω κάτι νηφάλιο, ψύχραιμο, συγκροτημένο, δόκιμο, συμμετέχοντας στις ατέλειωτες συζητήσεις που τόσο πολύ αρέσκεται αυτή η χώρα που σκοτώνει τα παιδιά της και μοιάζει με το ίδιο το ολοκαύτωμα, που τόσο πολύ τις ταιριάζουν οι κενού αέρος και περιεχομένου ρεπορταζιακές συζητήσεις επιπέδου καφενείου, αραδιάζοντας γνώμες, κρίσεις και επικρίσεις, να μπω στην οποιαδήποτε διερεύνηση αυτού του διπλού θανάτου που είναι βόμβα στα σαθρά θεμέλια μιας ετοιμόρροπης και άμορφης μάζας, ενός ντροπιαστικού μορφώματος που μοιάζει με συλλογικό καρκίνο. Δεν αναλύεις τον θάνατο ενώπιον του θανάτου, πολλώ δε μάλλον όταν πρόκειται για τον θάνατο του μέλλοντος που έχει πάψει από καιρό να υφίσταται, για την ταφόπλακα της όποιας ψευδαίσθησης καλλιεργούν σκοπίμως, ειδικοί, πολιτικοί, συγγραφείς, ποιητές, κοινωνικοί λειτουργοί, καθηγητές, γονείς, θεσμικοί παράγοντες, ψυχολόγοι, αισθάνομαι μια αηδία που δεν περιγράφεται με λέξεις, οι λέξεις δεν αρθρώνονται, είναι ανίκανες να σχηματίσουν έστω και μια πρόταση ορθολογική για μια ρεαλιστική καταγραφή της απόλυτης φρίκης και μιας κατάντιας που δεν έχει όρια.
Δύο νεαρά κορίτσια, δυο 17χρονες χαμογελαστές κοπέλες, με όνειρα, δυο υπέροχα πλάσματα, δυο άριστες μαθήτριες κατά την δήλωση του έκπληκτου καθηγητή τους, δυο σπουδαία πλάσματα αυτού του ασήμαντου πλανήτη, ζήτησαν τα κλειδιά από την διαχειρίστρια της πολυκατοικίας τους στην Ηλιούπολη, ανέβηκαν στην ταράτσα, κλείδωσαν την πόρτα, φόρεσαν ακουστικά ακούγοντας την μουσική τους και έπεσαν στο κενό, πιασμένες χέρι-χέρι. Η πράξη – αντίδραση στον ουρανό της υπέρτατης ελευθερίας, αντί της φυλακής που υπόσχεται το άρρωστο παρόν.
Αυτό δεν περιγράφεται και όποιος το σχολιάζει είναι ά – φωνος, α – φύσικος, δεν ανήκει στο ανθρώπινο είδος, είναι ανθρωπόμορφο σκεύασμα, ανθρωποειδές πριν τον πίθηκο, αν -αίσθητος, και αν – ύπαρκτος όζος που μοιάζει με άνθρωπο.
Η εγκληματική πράξη της αστυνομίας να ερευνήσει το σπίτι των δυο κοριτσιών που πέταξαν τελεσίδικα για μια καλύτερη γη, να ψάξει για ευρήματα, στοιχεία που θα δικαιολογούν την έσχατη πράξη, η σπουδή της να αναζητήσει στα κινητά των παιδιών τις λύσεις του «μυστηρίου», λες και πρόκειται για εγκληματίες, οι κουβέντες από δω και από κει για κατάθλιψη, μοναξιά, ιδιωτικότητα, παραίτηση, δυο 17χρονων κοριτσιών που γύρισαν τις πλάτες τους στο μέλλον, αυτό το εγωιστικό καρναβάλι που αποκαλούν μέλλον οι περισσότεροι των κατοίκων αυτής της μη- χώρας, αυτού του μιάσματος που υποκρίνεται με τον χειρότερο τρόπο την χώρα, έναν χώρο σκλάβων, υποδούλων, μισαλλόδοξων υποκριτών, ένα θράσος – χώρα, μια απάτη – χώρα, ένα βόθρο – χώρα, μια χώρα νεκρών αγελάδων, φερέφωνων της εκάστοτε άνωθεν διαταγής, εντολής, πειθαρχίας, που κολυμπάει μέσα στην βρωμιά της όποιας νομιμότητας, της εκάστοτε προστασίας που είναι απροστάτευτη, της απόλυτης χαύνωσης, της απόλυτης ύπνωσης των πάντων, μιας αναιδούς ηλιθιότητας που ξεχειλίζει, της ανυπαρξίας πραγματικών συναισθημάτων, της εκπληκτικής κενότητας απόψεων και της αχανούς σιωπής, αυτήν την χώρα την γκρέμισαν, την ξεχαρβάλωσαν, την διέλυσαν, την ξεθεμελίωσαν, την έκαναν χίλια κομμάτια, δυο γενναία 17χρονα κορίτσια που τελείωσαν με απύθμενο θάρρος τις υποχρεώσεις τους προς τους γονείς, το σχολείο, την κοινωνία, το σύστημα αξιών, θέσεων, και διεκδικήσεων μιας άρρωστης εδώ και καιρό ζωής με τις υπερπαροχές ψεύτικου οξυγόνου .
Μόνο απορία, έκπληξη, θυμό και προβληματισμό μου προκαλεί η βαθύτατη θλίψη των χαροκαμένων γονιών να βιαστούν να δηλώσουν, αμέσως μετά από αυτό το μακελειό, αφού ξεψύχησε και το δεύτερο κορίτσι, την «επιθυμία τους να μετατρέψουν τον πόνο τους σε μια πράξη προσφοράς και αγάπης προς τα παιδιά και το χαμόγελο του παιδιού αντί στεφάνων». Μου θυμίζει τον αναιδή πόνο μιας άλλης μητέρας – πασίγνωστης στο πανελλήνιο. Εδώ θα πω, θα γράψω, θα προσπαθήσω δηλαδή να τονίσω σε όλους τους τόνους, τις αποχρώσεις, τα χρώματα και τους ήχους ότι «Το χαμόγελο του παιδιού» έσβησε οριστικά από τον χάρτη του τόπου, από τα πρόσωπα των νέων παιδιών, που ήταν τα μόνα – οι συμμαθητές των δυο κοριτσιών – που στάθηκαν με αξιοπρέπεια, εμφανίστηκαν με μαύρα ρούχα, κρατώντας ένα άσπρο τριαντάφυλλο, αμόλυντο, λευκό, αθώο, απροσποίητο, απλό, στάθηκαν όπως αρμόζει σε μια αρχαία τραγωδία, έναν εφιάλτη από τους χειρότερους, για τους λίγους που επιμένουν ακόμα να διατηρούν μνήμη, πόνο, ψυχή, συναίσθημα και θα τους; στοιχειώνει για πάντα. Έσβησε οριστικά η αυτάρεσκη και εγωμανής κωμωδία μιας ανεκδιήγητης συνενοχής μεταξύ τυφλών και μονόφθαλμων εμμονικών νάνων. Η αυτοκτονία έγινε δημοσία δαπάνη, σε κοινή θέα όλων, η στιγμή της πτώσης σε ελεεινά βίντεο δημοσιότητας, χάρτινες σαΐτες, πλαστικά δάκρυα κρατικών υπευθύνων, εκπροσώπων, φορέων, αγράμματων δημοσιογράφων της πυρκαγιάς, οπτικό υλικό της ντροπής, ασέβεια, ασέλγεια, αναλγησία.
Μου είναι παντελώς αδιάφορο το τριήμερο πένθος του δήμου, οι απαραίτητες δηλώσεις ανθρώπων που δεν γνωρίζουν καν να ομιλούν την ελληνική γλώσσα και την κακοποιούν βάναυσα, τα γελοία ρεπορτάζ προς τέρψιν του αδηφάγου κοινού που διψάει για αίμα, οι δήθεν φιλολογικού περιεχομένου εκβαθύνσεις και αόριστες προεκτάσεις του ζητήματος από τους χιλιάδες απαθείς φαρισαίους, τους αμόρφωτους μέτριους αυτής της καμένης γης, που στήνουν κάθε τόσο γιορτές, γλέντια και κηδείες, αυτού του αχόρταγου αχταρμά υποκριτικού πένθους, αυτής της φρεναπάτης, αυτής της φιλάρεσκης παθητικής ψυχραιμίας που χαρακτηρίζει το ζωικό βασίλειο – που προφανέστατα είναι πλουσιότερο σε συναισθήματα και τους μαφιόζους.
Προεκτείνοντας το, από το 1978, εμβληματικό βιβλίο του φίλου Δημήτρη Δημητριάδη θα γράψω ότι μισώ βαθύτατα, με όλα τα μόρια της υπάρξής μου αυτή την πρωτόγνωρη βαρβαρότητα που σήμερα ονομάζεται ελληνική οικογένεια, ελληνικό σχολείο, ελληνική πανεπιστημιακή κοινότητα, με σύστημα ημερήσιας 15ωρης μελέτης για το έπαθλο της νεκροφάνειας, ελληνική παιδεία, ελληνικό πολιτισμό, ελληνική διάκριση, ελληνική φιλοδοξία.
Όσοι – ες επιθυμούν μπορούν να ανατρέξουν σε ένα παλαιότερο κείμενό μου, στην ,με τίτλο ΤΟ ΑΜΙΛΗΤΟ ΑΙΜΑ που προκάλεσε ποικίλες συζητήσεις και αντιδράσεις. Για αυτό υπάρχει το χρήσιμο σε μερικές περιπτώσεις, Google. Μηχανή αναζήτησης πληροφοριών. Αναφέρεται στον τρόπο που διαγωνίζεται, διαγκωνίζεται, μεγαλώνει και πιέζει αφάνταστα και αυθαιρέτως, πάντα προς την λάθος κατεύθυνση, με την λάθος εξαναγκαστική παιδεία των απαίδευτων, προς την κατεύθυνση της ανελευθερίας και της αναγκαστικής συμμόρφωσης, της πλήρους υποταγής στους άγνωστους για τα παιδιά νόμους, μέχρις εξαντλήσεως των αποθεμάτων έμψυχου υλικού, με απαγορεύσεις, βλακώδεις νουθεσίες, καμουφλαρισμένες εντολές, διαταγές, συμβουλές, συζητήσεις περί του ποιος είναι το αφεντικό.
Είναι δημόσια ντροπή για όλους, για ολόκληρο τον αμίλητο φόνο που κουβαλάνε οι κάτοικοι, ο πληθυσμός αυτού του ομοιώματος χώρας και το προσφέρουν κιόλας σαν διαπαιδαγώγηση, ενδιαφέρον, κατεύθυνση και αγάπη.
Άλλο δεν έχω. Πως – να – πω το άλεκτο, το ανήκεστο, το ανυπέρβλητο, παύω για λίγο, για λίγη σιωπή, με λίγη αξιοπρέπεια. Διακόπτω για λίγο τις «ποιητικές» κορώνες και τα σοφίσματα. Ούτως ή άλλως άχρηστα και περιττά.
Αισθάνομαι αηδία, λύπη, φρίκη, οργή, έναν ίλιγγο, έναν κόμπο στον λαιμό και μια ευθύνη. Αυτό ούτε λέγεται, ούτε γράφεται, ούτε περιγράφεται σε μαύρες οθόνες, με μαύρα μικρόφωνα, ούτε κρέμεται με μανταλάκια σε αδηφάγα media.
E, ναι, λοιπόν. Αυτός ο κόσμος δεν ήταν για αυτούς τους δυο υπέροχους αγγέλους της ερημιάς, που δεν πρόλαβαν να βγάλουν φτερά.
Οι ένοχοι – που είναι πολλοί – ας κοιταχτούν μεταξύ τους. Αν έχουν μάτια. Αν έχουν το στοιχειώδες ανθρώπινο κριτήριο.
Ο καιρός αυτός, ο καιρός των δολοφόνων, τελείωσε.
Όσοι μένουν και παραμένουν άνθρωποι θα συνεχίσουν να σκαρφαλώνουν σε απαγορευμένα δέντρα και θα παίζουν με τους αληθινούς και πολύτιμους καρπούς τους, όσο πιστεύουμε ότι αυτή η γη ακόμα γυρίζει. Ακόμα υπάρχει. Σε μια λίμνη στην άκρη του κόσμου.
Τα υπόλοιπα είναι σιωπή.

Πίνακας: Edvard Munch, Η κραυγή, 1893.

Πηγή: https://www.fractalart.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.