Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

ΔΙΗΓΗΜΑ: «ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ»!

Της Ευαγγελίας Γραμμένου*

Τόσες χιλιάδες κύκλους έχει κάνει ο ήλιος πάνω κάτω σε τούτο το παράξενο μπλε πορτοκάλι και οι άνθρωποι δεν με ξαφνιάζουν πια. Ούτε ο τρόμος τους για μένα. Έχω συνηθίσει. Η παρουσία μου θαρρείς και είναι το αλάτι της ζωής τους, ο λόγος για να μην χορταριάσει η πέτρα ή για να αλλάξουνε ρότα τα ποτάμια της ύπαρξης τους.
Και εγώ έχω κάνει ρούχο μου τον φόβο τους. Είμαι κυρίαρχος. Τα μακριά σαν της αράχνης πόδια τα δάκτυλά μου, παίζουν τόμπολα. Σε μια ριξιά κερδίζονται και χάνονται όλα: η ζωή χάνει και εγώ κερδίζω.
Κανείς όμως, ποτέ, δεν έμαθε το σκοτεινό μυστικό. Τα πετρωμένα μάτια μου, καράβια ναυαγισμένα, τρέμουν κάτι: τις λέξεις, που μαγικά μπορούν και λένε τα άφατα. Και μαζί τρέμω αυτόν που τις εξουσιάζει.
– «Γιαγιά, βγήκε πάλι η γέφυρα στον ουρανό. Η νεράιδα ψάχνει το πολύχρωμο μαντήλι της», είπε η μικρή Ζωή κοιτώντας με ορθάνοιχτα μάτια το ουράνιο τόξο που ζωγράφιζε τον φρεσκοπλυμένο ουρανό.
Από τότε που γεννήθηκε η εγγόνα της η γιαγιά της ιστορούσε για θαύματα και πράματα του ουρανού και της γης. Η φωνή της γιαγιάς την ταξίδευε και ας μην καταλάβαινε πολλά. Το αγαπημένο της παραμύθι ήταν η γέφυρα του ουράνιου τόξου: πώς η καημένη η χρυσομαλλούσα νεράιδα έχασε τον αγαπημένο της φίλο που τον έκλεψε η ζηλιάρα μάγισσα και εκείνος…
– «Εκείνος, τι έκανε τότε γιαγιά»; Ρωτούσε το κοριτσάκι.
– «Έκλαιγε, έκλαιγε και μέσα από τα δάκρυά του έλεγε τις μαγικές λέξεις. Αυτές που έφτιαχναν για να μιλούνε οι δύο τους και να ξεκόβουνε από τον γύρω κόσμο. Και κάθε λέξη γίνονταν μαντήλι και γίνονταν γέφυρες για να ‘ρθει η καλή του φιλενάδα», απαντούσε η γιαγιά.
Η μικρή άρχιζε τότε να ξετυλίγει το κουβαράκι με τις πολύχρωμες δικές της κλωστές και να τραγουδάει λέξεις που είχε μάθει και φάνταζαν να έχουν δυνάμεις μαγικές: ίανθος, ρίγανη, ηλιοτρόπιο, κρυσταλλένιος, απέθαντος.
Φώναζε η Ζωή τις λέξεις, που με τα ολοστρόγγυλα γράμματά της είχε καθαρογράψει στο κατακόκκινο ημερολόγιο. Τα μάγουλά της βάφονταν και τα μάτια της έκαιγαν πυρετικά. Κάθε περίπατος με τη γιαγιά της ήταν και ένα ταξίδι στις ακρογιαλιές της αλφαβήτας. Οι λέξεις σαν τις μάθαινε, της έκαιγαν τη γλώσσα και της έβαζαν φτερά. Η μουσική τους ήταν αλλόκοτη και ένιωθε ότι είχαν τρομερή δύναμη.
Μα εκείνη τίποτα δεν ήθελε. Ζούσε σε έναν μικρούτσικο κύκλο, προστατευμένη, με τον μπαμπά, τη μαμά, και τη γιαγιά της. Τίποτα δεν τάραζε τα ήσυχα νερά της λίμνης της. Ήταν τόσο μικρή.
Και τα χρόνια κυλούσαν και τα χρόνια πέρασαν και το κοριτσάκι αποχωρίστηκε τις κοτσίδες του αλλά όχι και το κόκκινο ημερολόγιο. Εκεί έγραψε ένα γράμμα για τη γιαγιά που ανέβηκε στον ουρανό και εκεί ζωγράφισε μια καρδιά για την καρδιά της που χτυπούσε σαν τους καρπούς της τζακαράντα στον κήπο την άνοιξη. Και όλο και πιο πολλοί διάβαζαν τις ιστορίες της Ζωής και τις έλεγαν σε άλλους, και τις άλλαζαν οι μαμάδες και οι γιαγιάδες και οι παραμυθάδες όλου του κόσμου.
Κάθε λέξη και μια κλωστή. Κάθε κλωστή και μια θηλιά στον σκελετωμένο μου λαιμό.
Φοβάμαι τις λέξεις που λέγονται και γράφονται γιατί εξουσία πάνω τους ουκ έχω!

*Η Ευαγγελία Γραμμένου είναι Φιλόλογος και μεταπτυχιακή υπότροφος στο τμήμα Δημιουργικής γραφής του ΕΑΠ. Έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή «Με τη σελάνα στο κόκκινο» και ετοιμάζει τη δεύτερη. Είναι εν ενεργεία εκπαιδευτικός και το μότο της είναι «ζην ποιητικώς». Μέσα από τη διαδικασία της γραφής της δίνεται η ψευδαίσθηση ότι αλλάζει και το σύμπαν γύρω της. Αν ο Σάντσο Πάντσα γέρασε και πέθανε ο Δον Κιχώτης sempre vive!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.