Επιμέλεια: Δήμητρα Ντζαδήμα //
Ο Ρόμπερτ Φροστ (1874–1963) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς ποιητές του 20ού αιώνα. Αν και η ποίησή του αντλεί συχνά τη θεματολογία και τις εικόνες της από το αγροτικό τοπίο της Νέας Αγγλίας, το έργο του υπερβαίνει τον απλό λυρισμό της φύσης και εστιάζει σε υπαρξιακά, ηθικά και φιλοσοφικά ζητήματα. Ο Φροστ συνδυάζει την παραδοσιακή μορφή και μέτρο με βαθιά αμφισημία νοήματος, γεγονός που καθιστά τα ποιήματά του “προσβάσιμα” αλλά και ερμηνευτικά απαιτητικά. Το ποίημα «Το μονοπάτι που δεν πήρα» πραγματεύεται το ζήτημα της επιλογής και της ανθρώπινης συνείδησης απέναντι στο ενδεχόμενο της απώλειας και του ανεκπλήρωτου. Η εικόνα των δύο μονοπατιών στο δάσος λειτουργεί ως κεντρικό σύμβολο των αποφάσεων της ζωής, οι οποίες είναι κατ’ ανάγκην αποκλειστικές και μη αναστρέψιμες.

Ο ποιητής τονίζει εξαρχής την αδυναμία του ανθρώπου να προβλέψει τις συνέπειες των επιλογών του, καθώς και τη ματαιότητα της αναζήτησης βέβαιων ενδείξεων («τα ίχνη του ενός πού σβήνουν μήπως βρω»). Η φύση παρουσιάζεται ουδέτερη, χωρίς να προσφέρει καθοδήγηση ή ηθική αξιολόγηση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ειρωνική αμφισημία που διατρέχει το ποίημα. Αν και ο αφηγητής ισχυρίζεται ότι επέλεξε το «πιο λίγο πατημένο» μονοπάτι, παραδέχεται ότι στην πραγματικότητα τα δύο μονοπάτια ήταν σχεδόν όμοια. Έτσι, η εκ των υστέρων αφήγηση της επιλογής αποκτά χαρακτήρα ανακατασκευής: ο άνθρωπος αποδίδει νόημα στις πράξεις του εκ των υστέρων, προκειμένου να συγκροτήσει μια συνεκτική ταυτότητα. Το «αχ πνιγμένο» του μέλλοντος υποδηλώνει όχι τόσο μετάνοια όσο επίγνωση της μόνιμης σκιάς που αφήνει κάθε ακολουθούμενη απόφαση.
Τελικά, το ποίημα δεν εξυμνεί την ατομικότητα ή την αντισυμβατικότητα με απλοϊκό τρόπο, όπως συχνά ερμηνεύεται. Αντιθέτως, αναδεικνύει τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να προσδώσουμε σημασία στις επιλογές μας, ακόμη κι αν αυτή η σημασία είναι εν μέρει επινοημένη. Ο Φροστ προσεγγίζει με λεπτή ειρωνεία και φιλοσοφικό βάθος το αναπόφευκτο της αβεβαιότητας, υπογραμμίζοντας ότι η ουσία της ζωής δεν βρίσκεται στο «σωστό» μονοπάτι, αλλά στην πράξη της επιλογής και στη συνείδηση του ανεπανόρθωτου που τη συνοδεύει.
Το Μονοπάτι που Δεν Πήρα
Στο δάσος έσμιγαν δυο μονοπάτια
και να τα πάρω δεν γινόταν και τα δυο
κι ώρα πολλή, όσο έφταναν τα μάτια
μες στα χαμόκλαδα έψαχνα, τα ελάτια,
τα ίχνη του ενός πού σβήνουν μήπως βρω.
Κι έπειτα πήρα τ’ άλλο, εξίσου ωραίο,
κι ίσως να τ’ άξιζε στ’ αλήθεια πιο πολύ,
τη χάρη του έχω, τη σκιά του να τη λέω,
αν κι απ’ το διάβα εκεί παλιό και νέο
είχε η χλόη του κι εκείνου πια τριφτεί.
Στο πρώτο φως ολόιδια είχαν προβάλει
για να τα περπατήσω εγώ.
Ω, τό ’να για μια μέρα τ’ άφησ’ άλλη!
Μα όπως σε δρόμο ο δρόμος φέρνει πάλι
πίσω αμφέβαλα αν θα ξαναρθώ.
Χρόνια από τώρα, μ’ ένα αχ πνιγμένο
θα τα ιστορώ σε κάποιους όλ’ αυτά:
δυο μονοπάτια εκεί, το μέρος ξένο,
και πήρα το πιο λίγο πατημένο,
αυτό ’ταν όλο κι όλο η διαφορά.
( μετάφραση Κώστα Κουτσουρέλη, Ποιείν)
Πηγή: https://www.fractalart.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.