Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΤΑΞΗ!

Η τραγωδία της Σοφίας Χρηστίδου φωτίζει την εξουθένωση των εκπαιδευτικών, την ανοχή στη βία και την αδυναμία της Πολιτείας να προστατεύσει το δημόσιο σχολείο.

istock

 ΔΡ. ΤΑΣΟΣ ΧΑΤΖΗΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

Ο τραγικός θάνατος από εγκεφαλικό της καθηγήτριας Σοφίας Χρηστίδου στη Θεσσαλονίκη δεν πρέπει να ξεχαστεί ως ένα τυχαίο επεισόδιο της καθημερινότητας στο ελληνικό σχολείο. Αν δε λειτουργήσει αφυπνιστικά για αυτούς που λαμβάνουν αποφάσεις στην εκπαίδευση, από τον Σύλλογο Διδασκόντων ως τις Διευθύνσεις Εκπαίδευσης και το Υπουργείο, όχι μόνο θα έχουμε κι άλλα ανάλογα φαινόμενα, αλλά και κάθε απόπειρα ουσιαστικής μεταρρύθμισης της Παιδείας είναι καταδικασμένη να αποτύχει.
Ας ξεκινήσουμε από τις ευθύνες των ιθυνόντων. Μία ορθολογική και παραγωγική για το Δημόσιο διαχείριση προσωπικού θα απασχολούσε τη θανούσα σε θέση ανάλογη των προσόντων της, δηλαδή σε κάποιο πανεπιστήμιο, ινστιτούτο, κέντρο ερευνών. Συνιστά αποτυχία και όνειδος ενός κράτους να απασχολούνται κάτοχοι μεταπτυχιακού ως διανομείς φαγητού και μεταδιδακτορικοί ερευνητές σε σχολική τάξη, εφόσον αυτό δεν αποτελεί επιλογή τους.
Σοβαρότατες ευθύνες υπάρχουν και για τη συνειδητή υποβάθμιση και απαξίωση της διδασκαλίας των Ξένων Γλωσσών στο σχολείο. Ειδικά στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο οι ώρες των μαθημάτων αυτών αντιμετωπίζονται ως «οι ώρες του παιδιού» ενώ οι γονείς πληρώνουν από την τσέπη τους για μαθήματα και πιστοποιητικά στον ιδιωτικό τομέα. Το αποτέλεσμα είναι οι διδάσκουσες, γιατί πρόκειται κυρίως για γυναίκες, να υποφέρουν μπροστά στην προκλητική αδιαφορία των μαθητών τους. Το σύνηθες μάλιστα είναι όσες διδάσκουν τη δεύτερη ξένη γλώσσα να υπηρετούν μέχρι και σε πέντε σχολεία για να συμπληρώσουν το ωράριό τους. Δε νοείται να υπάρχουν μαθήματα «πρωτεύοντα» και «δευτερεύοντα», και μάλιστα αυτό να κατοχυρώνεται και θεσμικά. Δε νοείται να διδάσκονται ξένες γλώσσες από το Δημοτικό και τα παιδιά όχι μόνο να μη λαμβάνουν πιστοποιητικό γλωσσομάθειας μέσα από εξετάσεις στο δημόσιο σχολείο, αλλά και να μην τις μαθαίνουν από αυτό αλλά από το φροντιστήριο.
Οι ευθύνες της Πολιτείας αφορούν επίσης την ελλιπή προστασία των εκπαιδευτικών από τη λεκτική και ενίοτε και σωματική βία τραμπούκων γονέων και θρασύτατων μαθητών, μία κατηγορία που συνεχώς αυξάνεται. Μπροστά στην αφόρητη πίεση για χαριστικούς βαθμούς και για ατιμωρησία, οι περισσότεροι ενδίδουν μην αντέχοντας το καθημερινό στρες των διαρκών συγκρούσεων σε έναν «πόλεμο όλων εναντίον όλων». Αυτή η κατηγορία γονέων ανέχεται και αποδέχεται να απορρίπτουν τα παιδιά τους στα ωδεία, στις εξετάσεις πιστοποίησης, στην τροχαία για το δίπλωμα, ακόμη και στις σχολές μαγειρικής αλλά και να ειρωνεύονται και να ασκούν λεκτική βία στα παιδιά τους οι προπονητές τους. Όταν όμως αυτό συμβαίνει στο σχολείο αυτό συνιστά …ανείπωτη προσβολή. Όταν ο εκπαιδευτικός τολμά να αξιολογήσει την επίδοση, να χαρακτηρίσει και να επιπλήξει μια συμπεριφορά, αυτό, για μια μερίδα γονέων, δεν είναι ανεκτό και ενθαρρύνουν και τα παιδιά τους να συμπεριφέρονται ανάλογα: Ποιος είναι ο δάσκαλος να μου πει τι θα κάνω κι ότι δεν διαβάζω; Κι αν είναι γυναίκα, ο σεξισμός απογειώνεται: να πάει να πλύνει κανα πιάτο.
Από την άλλη μεριά, η εθελοτυφλία ορισμένων κύκλων απέναντι σε αυτά τα φαινόμενα, η ιδεοληψία με βάση την οποία «δεν υπάρχουν κακά παιδιά, αλλά μόνον θύματα της κακούργας κενωνίας», η συνειδητή ατιμωρησία δεν οδήγησε, όπως διακηρυσσόταν, σε ειρηνική επίλυση μέσω διαλόγου των κρίσεων, αλλά στην αποχαλίνωση όσων επιλέγουν να βγάλουν στο σχολείο τον χειρότερο εαυτό τους. Είναι μία μικρή ή μεγάλη, πάντως υπαρκτή κατηγορία παιδιών που ασκούν κακοποιητική συμπεριφορά τόσο απέναντι στους συμμαθητές τους όσο και απέναντι στους εκπαιδευτικούς και το σχολείο. Δεν μπορούμε να το κρύβουμε άλλο. Συνιστά υπαρκτή και μάλιστα θανάσιμη κοινωνική απειλή. Ακόμη χειρότερα, συνιστά κακοποίηση των ίδιων των παιδιών η ανοχή απέναντι σ’ αυτά τα φαινόμενα. Βεβαίως, να υπάρχει επιείκεια, βεβαίως να καταβάλλεται προσπάθεια να προσεγγιστούν με αγάπη και συγχωρητική διάθεση τα παραβατικά παιδιά, αλλά έως του σημείου που δεν συνεχίζουν ενθαρρυμένα από την ανοχή και το ενδιαφέρον των εκπαιδευτικών γι’ αυτά, να ασκούν βία.
Έχει την εξήγησή της η αποθέωση του πιο ακραίου και συμπλεγματικά εγωιστικού ατομισμού καθώς τώρα, «απολαμβάνουμε» τα αποτελέσματα της απαξίωσης κάθε συλλογικής ταυτότητας. Για δεκαετίες ολόκληρες καταβλήθηκε συστηματική και συνειδητή προσπάθεια να περιφρονηθεί και απαξιωθεί κάθε στοιχείο συλλογικής ταυτότητας. Μαζί με τα απόνερα της φασίζουσας πατροδοκαπηλίας του μετεμφυλιακού κράτους και του σκοταδιστικού ηθικισμού των ευσεβιστικών παραθρησκευτικών οργανώσεων, πετάξαμε και το μωρό του υγιούς πατριωτισμού, της θρησκευτικής συνείδησης ως ταπείνωσης και αγαπητικής σχέσης κοινωνίας ακόμη και της γλωσσικής μας Παιδείας ως συνεκτικών δεσμών που διασφαλίζουν την κοινωνική συνοχή. Παρότι στο σύμβολο της αντίστασης στη δικτατορία, στο Πολυτεχνείο κυμάτιζε η ελληνική σημαία και το τανκ εισέβαλε ενώ ο Δημήτρης Παπαχρήστου απάγγελλε τον εθνικό μας ύμνο, όλ’ αυτά στη μεταπολιτευτική μας αφασία λοιδορήθηκαν κι ο σεβασμός και η υπακοή σε στοιχειώδεις κανόνες κοινωνικής συμβίωσης αντιμετωπίστηκαν ως καταπίεση και αυταρχισμός.
Η μαγική λέξη, ωστόσο, παραμένει ο «σεβασμός». Σ’ εκείνη την υπαρκτή κατηγορία παιδιών που δεν έχουν λάβει τη σωστή αγωγή από το σπίτι, που είναι «ανάγωγα», ο σεβασμός θα πρέπει να καλλιεργηθεί με το παράδειγμα, με την καλλιέργεια υγιών προτύπων αλλά και με τη λήψη μέτρων που θα λειτουργούν αποτρεπτικά, παραδειγματικά και για τον συνετισμό όσων συστηματικά ασκούν κακοποιητική συμπεριφορά. Οι ύβρεις, οι απειλές, η παρενόχληση στον χώρο εργασίας, η στέρηση από τους υπόλοιπους μαθητές του μορφωτικού αγαθού και του δικαιώματος στη γνώση συνιστούν βία και η βία στον σχολικό χώρο δεν έχει θέση. Τελεία.
Εδώ έγκεινται και οι ευθύνες της σχολικής κοινότητας. Οι διδάσκοντες που δεν είναι του χαρακτήρα τους να υψώνουν τη φωνή, να απειλούν, να τιμωρούν και έτσι να επιβάλλονται θα πρέπει να υποστηρίζονται έτσι ώστε να στέκονται με αξιοπρέπεια στον χώρο εργασίας τους, να μπορούν να κάνουν το μάθημά τους χωρίς να σφίγγεται το στομάχι τους κάθε φορά που είναι να μπουν στο τάδε τμήμα όπου τους επιφυλάσσεται «καζούρα». Όταν το κράτος δεν παρέχει υποστήριξη, αντίθετα, υπονομεύει και απαξιώνει το εκπαιδευτικό έργο, τότε είναι που αναλαμβάνουν δράση οι συλλογικές πρωτοβουλίες, οι σχολικές κοινότητες, τα σωματεία, οι σύλλογοι διδασκόντων. Με έμπρακτη υποστήριξη, με επιμόρφωση σε διδακτικές μεθόδους και τεχνικές διαχείρισης τάξης, με την αξιοποίηση των υπαρχόντων θεσμών, όπως του συμβουλίου τάξης, με συλλογικές αποφάσεις για τη συμμόρφωση όσων έχουν βαλθεί να τους κάνουν τον βίο αβίωτο, σε συνεργασία με τους γονείς κι όταν αυτοί είναι φυσικά ή κοινωνικά απόντες, ακόμη και με την προσφυγή στην εισαγγελία για τις πιο ακραίες περιπτώσεις. Αυτοί οι συνάδελφοι, εφόσον το επιθυμούν γιατί δεν αντέχουν, πράγμα πολύ ανθρώπινο, να έχουν τη δυνατότητα να αξιοποιούνται σε άλλες θέσεις. Δεν είναι δυνατόν όμως να υποβάλλει η Σοφία Χρηστίδου γραπτή καταγγελία για όσα συμβαίνουν στην τάξη και όχι μόνο κανείς να μη συγκινείται, αλλά και να αντιμετωπίζεται ως νοητικά ανεπαρκής όπως διαβάζουμε. Ζήτησε βοήθεια και έλαβε περιφρόνηση. Διεκδίκησε προστασία και έλαβε απαξίωση.
Κάποια βήματα ως προς τη νομική προστασία των εκπαιδευτικών έχουν συντελεστεί, αλλά είναι μικρά και άτολμα καθώς ναι μεν συνιστούν αδίκημα οι επιθετικές συμπεριφορές και οι απειλές γονέων αλλά ακόμη και οι ανώνυμες καταγγελίες μπορούν να οδηγήσουν στην προσαγωγή του δασκάλου με χειροπέδες μπροστά στα μάτια των μαθητών του ενώ στις εκδρομές εκκρεμεί η θεσμική κατοχύρωση της απαλλαγής των συνοδών από την ευθύνη για κάθε ανοησία που θα επινοήσουν κάποιοι ανόητοι.
Το βασικότερο όλων είναι να αντιληφθούμε εμείς οι εκπαιδευτικοί ότι το πρόβλημα δεν είναι ατομικό. Δεν αφορά έναν «ανεπαρκή» συνάδελφο, γιατί αποτελεί κοινωνικό ζήτημα και η αντιμετώπισή του οφείλει να είναι συλλογική. Προφανώς και υπάρχουν διδάσκοντες που το επάγγελμα του εκπαιδευτικού δεν τους ταιριάζει.
Είναι και πάλι ευθύνη πρωτίστως της Πολιτείας να διαχειριστεί αυτό το μορφωτικό κεφάλαιο, γιατί σε κάθε περίπτωση, μιλάμε για επιστήμονες και συχνά με πολύ αυξημένα προσόντα, σωστά, παραγωγικά για το καλό όλων μας. Δεν πρέπει επομένως να απορρίπτουμε συλλήβδην την αξιολόγηση αλλά να διεκδικούμε να είναι ουσιαστική, υποστηρικτική, παιδαγωγικά και επιστημονικά έγκυρη και κοινωνικά ωφέλιμη. Είναι όμως και ευθύνη όσων θα ήθελαν να είναι οπουδήποτε αλλού εκτός από την τάξη, να το διεκδικήσουν, αντί να πεθαίνουν σ’ αυτήν καθημερινά.
Όσο για την αλητεία των σχολείων είναι στο χέρι μας να την αντιμετωπίσουμε αποφασιστικά για την υπεράσπιση της αξιοπρέπειας, της ψυχικής μας υγείας αλλά και για ένα καλύτερο δημόσιο και δημοκρατικό σχολείο, ένα σχολείο που θα επιτελεί τον ιδρυτικό του ρόλο: να μορφώνει και να διαπαιδαγωγεί και όχι να παράγει αστοιχείωτους και αυθάδεις ανεγκέφαλους ή να απογοητεύει τους πολλούς που πασχίζουν και μοχθούν, που σέβονται και διαθέτουν ήθος και αξίες. Κυρίως όμως να απαιτήσουμε από την Πολιτεία να αναλάβει τις ευθύνες της. Συλλογικά και δυναμικά για να μη θρηνήσουμε άλλον άνθρωπο γιατί «τον σκάσανε», όπως ειπώθηκε για τη Σοφία Χρηστίδου.

*

Τάσος Χατζηαναστασίου, Διευθυντής Λυκείου Αγίας Τριάδας Αργολίδας

Πηγή: https://www.huffingtonpost.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.