
Το βλέμμα του φόβου – της Σωτηρίας Τριανταφύλλου
Λίγες μέρες πριν ήμουν εγώ πάνω στο τραπέζι του χειρουργείου. Θυμάμαι το κρύο των μεταλλικών επιφανειών, τον θόρυβο των οργάνων, τα βλέμματα των γιατρών πάνω από τις μάσκες τους. Θυμάμαι κυρίως το άγχος —ένα άγχος που δε χρειαζόταν λόγια για να υπάρχει, που ήταν εκεί, στο στομάχι, στην αναπνοή, στην καρδιά που χτυπούσε πιο γρήγορα από όσο έπρεπε.
Τώρα είναι ο σκύλος μου πάνω σε ένα παρόμοιο τραπέζι. Το κτηνιατρείο έχει το ίδιο απόλυτο λευκό, την ίδια αίσθηση του στείρου. Με κοιτάζει. Δεν μπορεί να μου πει τίποτα, αλλά το βλέμμα του λέει όλα. Υπάρχει κάτι στα μάτια του που αναγνωρίζω —κάτι που μόλις πριν λίγες μέρες ένιωθα και εγώ. Κι εκεί, στη σιωπή του κτηνιατρείου, σκέφτομαι: νιώθει το ίδιο;
Η ερώτηση αυτή δεν είναι καινούρια. Για αιώνες την αποφεύγαμε ή την απαντούσαμε με βεβαιότητες που δεν είχαμε. Ο Καρτέσιος έλεγε ότι τα ζώα είναι μηχανές, αυτόματα χωρίς εσωτερικό κόσμο. Ο συμπεριφορισμός μάς δίδασκε να μετράμε μόνο αυτό που βλέπουμε, να αγνοούμε το αόρατο. Κι όμως, όποιος έχει ζήσει με ένα ζώο ξέρει ότι κάτι υπάρχει εκεί —κάτι πραγματικό, βιωμένο, που δεν είναι απλά αντανακλαστικό ή προγραμματισμένη αντίδραση.
Το ερώτημα του διαβόλου
Ο νευροεπιστήμονας Jaak Panksepp¹ έθεσε κάποτε ένα ιδιαίτερο ερώτημα: φανταστείτε ότι ο ίδιος ο διάβολος σας ζητάει να απαντήσετε αν τα ζώα έχουν ή όχι εσωτερικώς βιωμένες συναισθηματικές εμπειρίες. Από τη σωστή απάντηση εξαρτάται η μελλοντική ζωή και ελευθερία σας. Πόσοι επιστήμονες, αναρωτιόταν, θα τολμούσαν να απαντήσουν αρνητικά;
Το ερώτημα δεν είναι τόσο υποθετικό όσο φαίνεται. Γιατί στην πραγματικότητα, κάθε μέρα παίρνουμε αποφάσεις που βασίζονται στην απάντηση που δίνουμε —συνειδητά ή ασυνείδητα— σε αυτό το ερώτημα. Κάθε φορά που αποφασίζουμε πώς να μεταχειριστούμε ένα ζώο, κάθε φορά που σχεδιάζουμε πειράματα, κάθε φορά που επιλέγουμε τι τρώμε ή πώς ζούμε, απαντάμε σε αυτό το ερώτημα.
Ο Panksepp αφιέρωσε δεκαετίες προσπαθώντας να δώσει μια επιστημονικά τεκμηριωμένη απάντηση. Μέσω πειραμάτων με ηλεκτροδιέγερση και φαρμακολογικές επιδράσεις στον εγκέφαλο θηλαστικών, χαρτογράφησε επτά βασικά συναισθηματικά συστήματα που εδράζονται σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου: την αναζήτηση (SEEKING), την οργή (RAGE), τον φόβο (FEAR), τη σεξουαλική επιθυμία (LUST), τη φροντίδα (CARE), τον πανικό και τη θλίψη (PANIC/GRIEF), και το παιχνίδι (PLAY).²
Αυτό που κάνει την ανακάλυψή του σημαντική δεν είναι απλά η αναγνώριση των συστημάτων αυτών, αλλά το γεγονός ότι τα ίδια ακριβώς νευρωνικά κυκλώματα, οι ίδιοι νευροδιαβιβαστές, οι ίδιες υποφλοιικές δομές του εγκεφάλου που παράγουν τον φόβο σε έναν αρουραίο είναι αυτές που παράγουν τον φόβο και σε έναν άνθρωπο. Όταν ο σκύλος μου με κοιτούσε πάνω στο τραπέζι, το βλέμμα του δεν ήταν μόνο παρόμοιο με τον δικό μου φόβο —ήταν το ίδιο πράγμα, βιολογικά μιλώντας.
Κάτω από το δέρμα
Η διαπίστωση αυτή είναι ταυτόχρονα απλή και ανατρεπτική. Απλή, γιατί επιβεβαιώνει κάτι που οι άνθρωποι που ζουν με ζώα το ξέρουν ενστικτωδώς —ότι τα ζώα νιώθουν. Ανατρεπτική, γιατί γκρεμίζει αιώνες φιλοσοφικών και επιστημονικών κατασκευών που προσπαθούσαν να χτίσουν ένα τείχος ανάμεσα στα ανθρώπινα και τα ζωικά συναισθήματα.
Όπως λέει ο Panksepp, κάτω από το δέρμα είμαστε αδέλφια με όλα τα άλλα ζωντανά πλάσματα.² Αυτή η αδελφότητα δεν είναι ποιητική μεταφορά —είναι βιολογική πραγματικότητα. Οι εξελικτικοί δεσμοί που μας συνδέουν με τα άλλα θηλαστικά σημαίνουν ότι μοιραζόμαστε όχι μόνο ανατομικά χαρακτηριστικά, αλλά και τα θεμέλια της συναισθηματικής μας ζωής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα συναισθήματα των ζώων είναι πανομοιότυπα με τα δικά μας. Οι άνθρωποι έχουμε προσθέσει επιπλέον στρώματα πολυπλοκότητας —γλώσσα, κουλτούρα, αυτοσυνειδησία, τη δυνατότητα να αναστοχαζόμαστε πάνω στα συναισθήματά μας. Αλλά αυτά τα επιπλέον στρώματα χτίζονται πάνω σε μια κοινή βάση. Τα πρωτογενή συναισθήματα —ο φόβος, η χαρά του παιχνιδιού, ο πόνος του χωρισμού, η τρυφερότητα της φροντίδας— αυτά είναι κοινά.
Πέρα από τα βασικά: Ζήλια, πένθος, αποστροφή
Αλλά τα ζώα δεν σταματούν στα πρωτογενή συναισθήματα. Όλο και περισσότερες έρευνες δείχνουν ότι ορισμένα είδη βιώνουν και αυτό που ονομάζουμε δευτερογενή συναισθήματα —πιο σύνθετα, πιο κοινωνικά, πιο εκπληκτικά.
Τα σκυλιά, για παράδειγμα, εκδηλώνουν ζήλια όταν ο ιδιοκτήτης τους αλληλεπιδρά με άλλο άτομο αγνοώντας τα —με τρόπο παρόμοιο με αυτόν που παρατηρείται σε μικρά παιδιά.³ Οι χιμπατζήδες παρουσιάζουν ανάλογες συμπεριφορές όταν εισέρχονται νέα άτομα στην αποικία τους, σε ό,τι φαίνεται να αποτελεί εξελικτικά αρχέγονη μορφή κοινωνικής προστασίας.⁴ Και οι ελέφαντες —ίσως το πιο συγκινητικό παράδειγμα— επιστρέφουν επανειλημμένα στα οστά των νεκρών τους, τα αγγίζουν, παραμένουν σιωπηλοί. Ο Marc Bekoff, ένας από τους πιο σημαντικούς μελετητές των ζωικών συναισθημάτων, περιγράφει αυτές τις συμπεριφορές ως πένθος με όλα τα χαρακτηριστικά που θα αναγνωρίζαμε και στον άνθρωπο.⁵
Φυσικά, το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: πρόκειται για αληθινά βιωμένες εμπειρίες ή για εξελικτικά προγραμματισμένες συμπεριφορές; Ο Frans de Waal, εξελικτικός βιολόγος με δεκαετίες έρευνας στους χιμπατζήδες και τους μποόμπο, προειδοποιεί και για τους δύο κινδύνους: τον ανθρωπομορφισμό, αλλά και αυτό που ονομάζει «ανθρωποάρνηση» —την τάση να αρνούμαστε τη συγγένειά μας με τα ζώα από φόβο μήπως φανούμε ανεπιστημονικοί.⁶ Η αλήθεια, όπως συχνά, βρίσκεται στη διατήρηση της ισορροπίας: να παρατηρούμε προσεκτικά, να μην προβάλλουμε αυθαίρετα, αλλά και να μην αρνούμαστε αυτό που βλέπουμε μπροστά μας.
Η ευθύνη της γνώσης
Και εδώ ανοίγει ένα ηθικό ζήτημα που δεν μπορούμε πλέον να αγνοήσουμε. Αν τα ζώα πράγματι βιώνουν συναισθήματα παρόμοια με τα ανθρώπινα —όχι ως μεταφορά αλλά ως νευροβιολογική πραγματικότητα— τότε τι σημαίνει αυτό για τον τρόπο που τα μεταχειριζόμαστε;
Στο νοσοκομείο ζώων, καθώς περιμένω να τελειώσει η εξέταση, σκέφτομαι πόσες και πόσες φορές αυτή η σκηνή επαναλαμβάνεται κάθε μέρα. Ζώα που νιώθουν φόβο, πόνο, αγωνία. Και ταυτόχρονα συλλογίζομαι πόσες άλλες καταστάσεις υπάρχουν —εργαστήρια, σφαγεία, κλουβιά— όπου ζώα βιώνουν έντονα συναισθήματα που όμως δεν βλέπουμε ή επιλέγουμε να μην δούμε.
Η επιστημονική γνώση δεν είναι ουδέτερη. Μόλις μάθουμε ότι ένας αρουραίος που παίζει εκπέμπει υπερηχητικούς ήχους ανάλογους με γέλιο,² ότι οι ελέφαντες πενθούν τους νεκρούς τους με τρόπους που μοιάζουν τόσο πολύ με τους ανθρώπινους, ότι τα σκυλιά μας όταν μας βλέπουν ενεργοποιούν τα ίδια συστήματα επιβράβευσης στον εγκέφαλό τους που ενεργοποιούμε κι εμείς όταν βλέπουμε τους αγαπημένους μας —μόλις τα μάθουμε όλα αυτά, δεν μπορούμε να προσποιηθούμε ότι δεν το ξέρουμε.
Ο Panksepp μιλούσε για μια «ειδική ευθύνη» που φέρουμε ως είδος.² Αν είμαστε πράγματι τα μόνα όντα που μπορούν να κατανοήσουν τη νευροβιολογία των συναισθημάτων, που μπορούν να δουν τη συνέχεια ανάμεσα στο δικό τους πόνο και στον πόνο των άλλων ειδών, τότε αυτή η κατανόηση έρχεται με υποχρεώσεις.
Το βλέμμα που μένει
Ο σκύλος μου τα πήγε καλά. Το κτηνιατρείο μάς άφησε να φύγουμε με οδηγίες και φάρμακα. Στον δρόμο για το σπίτι, τον έβλεπα από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου —ακόμα λίγο τρομαγμένος, αλλά με μια ανακούφιση στα μάτια που μπορούσα να διαβάσω.
Αυτό το βλέμμα όμως μένει. Μένει ως ερώτηση και ως υπενθύμιση. Μένει για να μας θυμίζει ότι δεν είμαστε μόνοι στην εμπειρία του φόβου, της χαράς, του πόνου, της αγάπης. Ότι οι συναισθηματικές μας ρίζες είναι βαθιές και κοινές, ότι χωρίζουν το έδαφος με άλλα όντα που βιώνουν τον κόσμο με τρόπους που μοιάζουν εκπληκτικά με τους δικούς μας.
Και ίσως αυτή η συνειδητοποίηση—ότι κάτω από το δέρμα, στις υποφλοιικές περιοχές του εγκεφάλου, στα νευρωνικά κυκλώματα που παράγουν τα συναισθήματα, είμαστε πιο κοντά απ’ ό,τι νομίζαμε—ίσως αυτή η συνειδητοποίηση να είναι το πρώτο βήμα προς μια πιο συνειδητή, πιο ευαίσθητη, πιο ηθική σχέση με τον κόσμο που μοιραζόμαστε.
Γιατί στο τέλος, το ερώτημα «νιώθει το ίδιο;» δεν είναι μόνο επιστημονικό. Είναι βαθιά προσωπικό. Και η απάντηση—αυτή η δύσκολη, ανήσυχη, αδυσώπητα ειλικρινής απάντηση—αλλάζει τα πάντα.
Υποσημειώσεις
¹ Jaak Panksepp (1943–2017): Εσθονοαμερικανός νευροεπιστήμονας, ιδρυτής του πεδίου της «συναισθηματικής νευροεπιστήμης», Καθηγητής στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον και Ομότιμος Καθηγητής Ψυχολογίας στο Bowling Green State University.
² Panksepp, J. (1998). Affective Neuroscience: The Foundations of Human and Animal Emotions. Oxford University Press. / Panksepp, J. & Biven, L. (2012). The Archaeology of Mind. W.W. Norton.
³ Harris, C. R., & Prouvost, C. (2014). Jealousy in dogs. PLoS ONE, 9(7), e94597. / Abdai, J. et al. (2018). Investigating jealous behaviour in dogs. Scientific Reports, 8, 8911.
⁴ Webb, C. E. et al. (2020). Jealous behavior in chimpanzees elicited by social intruders. Affective Science, 1(4), 199–207.
⁵ Bekoff, M. (2000). Animal emotions: Exploring passionate natures. BioScience, 50(10), 861–870.
⁶ de Waal, F. B. M. (1997). Are we in anthropodenial? Discover, 18(7), 50–53.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Felice Casorati Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Φωτογραφία: William Vanderson
Πηγή: https://frear.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.