Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ;-ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 4 ΙΟΥΝΙΟΥ ΤΟΥ 470 Π.Χ.!

Γρά­φει ο Ηρα­κλής Κα­κα­βά­νης


Γεν­νή­θη­κε σαν σή­με­ρα 4 Ιου­νί­ου του 470 π.Χ. γεν­νή­θη­κε ο Έλ­λη­νας φι­λό­σο­φος Σω­κρά­της. Γιος του γλύ­πτη Σω­φρο­νί­σκου και της μαμής Φαι­να­ρέ­της. Ακο­λού­θη­σε στα πρώτα χρό­νια της νιό­της του τα επάγ­γελ­μα του πα­τέ­ρα του. Δεν ήταν όμως κα­μω­μέ­νος για μαρ­μα­ράς και γρή­γο­ρα άρ­χι­σε να δια­βά­ζει αφού είχε ήδη εντα­χθεί στον κύκλο του Αρ­χέ­λα­ου.
Ο Αρ­χέ­λα­ος μπήκε κατά τύχη στο ερ­γα­στή­ριο που ερ­γα­ζό­ταν ο Σω­κρά­της και τον βρήκε να συ­ζη­τά­ει ζωηρά με τους άλ­λους ερ­γά­τες σχε­τι­κά με το μισθό που έπρε­πε να πάρει. Ο τρό­πος που υπο­στή­ρι­ζε τα δι­καιώ­μα­τά του ήταν τόσο επι­δέ­ξιος, ώστε έκανε τον Αρ­χέ­λαο να τον πάρει στον κύκλο των μα­θη­τών του. Ο Πλά­τω­νας πα­ρου­σιά­ζει τον Σω­κρά­τη να λέει στην «Απο­λο­γία» του πως η ενα­σχό­λη­ση με τη φι­λο­σο­φία απο­τε­λού­σε γι’ αυτόν θεία εντο­λή.

Ήταν από τους θε­με­λιω­τές της φι­λο­σο­φι­κής δια­λε­κτι­κής, δη­λα­δή της εύ­ρε­σης της αλή­θειας με την υπο­βο­λή ορι­σμέ­νων ερω­τή­σε­ων και της με­θο­δι­κής ανεύ­ρε­σης απα­ντή­σε­ων σε αυτές (το ερω­τάν και το απο­κρί­νε­σθαι). Ο Κ. Μαρξ τον ονό­μα­σε «προ­σω­πο­ποί­η­ση της φι­λο­σο­φί­ας».
Ο Σω­κρά­της πέ­ρα­σε όλη του τη ζωή με ένα ατέ­λειω­το κου­βε­ντο­λόι στις πα­λαί­στρες, στην αγορά, στα σα­ρά­φι­κα, συ­ζη­τώ­ντας για το δί­καιο, την αν­δρεία και την αρετή. Και το έκανε «σαν κα­νέ­νας ξι­πα­σμέ­νος άγου­ρος νε­α­νί­ας» με την προ­σποί­η­ση πως δεν το ξέρει και προ­σπα­θεί να το «ξε­γεν­νή­σει». Και ανα­ρω­τιέ­ται ο Επί­κου­ρος, που απαι­τού­σε από το ρή­το­ρα να είναι σαφής και συ­γκε­κρι­μέ­νος: «Μα είναι σωστό ένας ολό­κλη­ρος άν­δρας, να παίρ­νει πόζες, να χει­ρο­νο­μεί, να μορ­φά­ζει, να αρα­διά­ζει φρά­σεις και σχή­μα­τα θέ­λο­ντας να απο­δεί­ξει τα ανα­πό­δει­κτα». Πιο καυ­στι­κός ο Κο­λώ­της, μα­θη­τής του Επί­κου­ρου, έχο­ντας στόχο την πε­ρι­φρό­νη­ση του Σω­κρά­τη για τις αι­σθή­σεις και τις φυ­σι­κές επι­στή­μες: «Πώς γνω­ρί­ζεις ότι το φαΐ είναι φαΐ, το πα­νω­φό­ρι πα­νω­φό­ρι και πώς να φυ­λά­γε­σαι από φίδια και λύ­κους».
Ο Σω­κρά­της, που πα­ρου­σιά­ζει ο σύγ­χρο­νός του Αρι­στο­φά­νης στις «Νε­φέ­λες», είναι ένας ψευ­το­φι­λό­σο­φος, απα­τε­ώ­νας της σκέ­ψης και του λόγου, που ξυ­πό­λυ­τος, βρώ­μι­κος και κα­κο­μοί­ρης δι­δά­σκει σε μι­κρούς και με­γά­λους το τέ­χνα­σμα της αντι­λο­γί­ας, «τον ήττω λόγον κρείτ­τω ποιείν», δη­λα­δή να μπο­ρεί να πα­ρι­στά­νει κα­νείς το άδικο για δί­καιο και το ψέμα για αλή­θεια. Ακόμη, τον δεί­χνει μι­κρο­λό­γο «ψυλ­λο­φι­λό­σο­φο» που ασχο­λεί­ται με το πόσο πηδά ο ψύλ­λος και μι­κρο­κλέ­φτη που βουτά ένα σφα­χτά­ρι από το βωμό.
Ο Αρι­στο­φά­νης γε­λοιο­ποιεί θε­λη­μα­τι­κά τον Σω­κρά­τη για να προ­σαρ­μο­στεί στις απαι­τή­σεις της κω­μω­δί­ας του, που στό­χος της ήταν η τσου­χτε­ρή σά­τι­ρα των ηθών του και­ρού του. Πά­ντως, ένα με­γά­λο μέρος από όσα κα­τα­μαρ­τυ­ρεί στον Σω­κρά­τη του τα έλεγε όλος ο κό­σμος στην αγορά.
Ο λαός αντι­πα­θού­σε τον Σω­κρά­τη, γε­γο­νός που το πα­ρα­δέ­χε­ται και ο ίδιος στην «Απο­λο­γία». Ίσως σε αυτό να είχε συ­ντε­λέ­σει το αλ­λό­κο­το πα­ρου­σια­στι­κό του. Οι Αθη­ναί­οι τον έβλε­παν κα­θη­με­ρι­νά στην αγορά, έναν κο­ντό­χο­ντρο αν­θρω­πά­κο, με­σό­κο­πο, με μύτη πλα­τσου­κω­τή και ανα­ση­κω­μέ­νη, με μικρά μι­σό­κλει­στα μάτια γε­μά­τα ει­ρω­νεία, με παλιά τριμ­μέ­να ρούχα, γένια και μαλ­λιά αχτέ­νι­στα και ακού­ρευ­τα.
Ξη­με­ρο­βρα­διά­ζε­ται με τους αρι­στο­κρά­τες και τρέ­φει βαθιά πε­ρι­φρό­νη­ση για τους αν­θρώ­πους του λαού, τη δη­μο­κρα­τία και τις φυ­σι­κές επι­στή­μες που είναι «τέκνα του δήμου».
Η δι­δα­σκα­λία του αντα­να­κλά τις αντι­λή­ψεις της αθη­ναϊ­κής ολι­γαρ­χί­ας που προ­σπα­θεί να κα­τα­λύ­σει το δη­μο­κρα­τι­κό πο­λί­τευ­μα γι’ αυτό κα­τη­γο­ρή­θη­κε πως είναι συ­νω­μό­της και κα­τα­δι­κά­στη­κε σε θά­να­το. Υπο­στή­ρι­ζε πως το κρά­τος δεν πρέ­πει να το διοι­κούν όλοι (ο δήμος) αλλά οι επα­ΐ­ο­ντες (αυτοί που ξέ­ρουν), δη­λα­δή οι σοφοί και οι άρι­στοι. Δεν έκρυ­βε τις από­ψεις του ο Σω­κρά­της. Εξάλ­λου, ο Κρι­τί­ας και ο Αλ­κι­βιά­δης, που αι­μα­το­κύ­λη­σαν την Αθήνα, μα­θη­τές του ήταν – όπως και ο προ­δό­της Ξε­νο­φών.
Πρέ­πει να του ανα­γνω­ρι­στεί ότι ενα­ντιώ­θη­κε στους ολι­γαρ­χι­κούς όταν αρ­νή­θη­κε να συλ­λά­βει έναν δη­μο­κρα­τι­κό πο­λί­τη, τον Λέ­ο­ντα τον Σα­λα­μί­νιο, και ότι μετά την κα­τα­δί­κη του προ­τί­μη­σε να πιει το κώ­νειο παρά να δρα­πε­τεύ­σει και να πα­ρα­βεί τους νό­μους.
Ο Σω­κρά­της είχε νυμ­φευ­θεί σε με­γά­λη ηλι­κία την Ξαν­θίπ­πη, μια γυ­ναί­κα που έμει­νε ως πα­ρά­δειγ­μα προς απο­φυ­γήν.

Πηγή: https://atexnos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.