Του Βασίλη Γεργατσούλη // *

Με τον τρόπο του Παύλου Μάτεσι
Εν αρχή ην το σκότος. Μετά, όταν με τα πόδια της άνοιξε το χαρτόκουτο μέσα στο οποίο με είχαν φυλακίσει και με είχαν παρατήσει δίπλα στον σκουπιδοτενεκέ, εγένετο φως.
-Γαβ! Τι όμορφη που είσαι! μου γάβγισε. Κακόμοιρο ορφανό, σε πέταξαν εδώ για να πεθάνεις. Εγώ όμως θα σε υιοθετήσω!
Με υιοθέτησε χωρίς να με ρωτήσει. Από εκείνη τη στιγμή έγινα το κορίτσι της και τα σκυλιά της, δηλαδή τα φυσικά της παιδιά, έγιναν αδέρφια μου.
Όλα τα σκυλάκια μαζί τρώγαμε κόκκαλα, που μας τα έφερνε η μανούλα. Εγώ τα έγλειφα, γιατί δεν μπορούσα να τα σπάσω. Τα αδέρφια μου γελούσαν μαζί μου. Εκείνα με τα δυνατά τους δόντια τα τσάκιζαν σε κομμάτια και έτρωγαν το μεδούλι τους.
Μια μέρα που παίζαμε σε μια αλάνα μάς πλησίασε μια γυναίκα, …άνθρωπος εννοώ.
-Ένα μικρό γατί! Τι γλυκό που είναι! αναφώνησε και πρόσθεσε: Θα το πάρω να το έχω. Θα μου κάνει καλή παρέα.
Η μανούλα έτρεξε να με υπερασπίσει, μα η γυναίκα την κλώτσησε.
-Δεν έχει θέση μαζί με τα σκυλιά ένα γατί. Ουστ, παλιόσκυλο! της φώναξε.
Εγώ παραξενεύτηκα που με έλεγε «γατί», γιατί ως τότε θεωρούσα πως ανήκω στο γένος των σκύλων, αν και δεν είχα ποτέ κοιταχτεί σε καθρέφτη για να είμαι σίγουρη και, μετά από αυτό το περιστατικό, είμαι πια τελείως μπερδεμένη για το είδος στο οποίο οφείλω να καταταγώ.
-Γαβ! της φώναξα για να την τρομάξω.
-Άσε τα αστεία! μου είπε αυστηρά. Εσύ οφείλεις να νιαουρίζεις, όπως ορίζει η γατίσια φύση σου.
Αυτή τη… φύση δεν την είχα συναντήσει ποτέ μου και ίσως γι’ αυτό δεν ήξερα τι όριζε για μένα. Δεν ήθελα να αποχωριστώ τη μανούλα και τα αδέρφια μου και γι’ αυτό της ξαναγάβγισα, μα πιο διστακτικά αυτή τη φορά.
Αν και της έδειχνα απειλητικά τα νυχάκια μου, εκείνη με άρπαξε από το σβέρκο και με υιοθέτησε διά της βίας. Έτσι βρέθηκα να συγκατοικώ με μια καινούρια… μανούλα. Και… στο εξής είμαι γατί.
Με πήρε στο σπίτι της. Επειδή ήταν σίγουρη πως ήμουν γεμάτη ψείρες και τσιμπούρια, μόλις φθάσαμε εκεί, με ακούμπησε πάνω στο χαλάκι της εισόδου, πήρε μια χοντρή βούρτσα κι άρχισε να με χτενίζει επίμονα και δυνατά για να αφαιρέσει τα παράσιτα από τη γούνα μου. Την ώρα που με είχε γυρίσει ανάσκελα και με χτένιζε από κάτω, ξαφνικά αναφώνησε, «είναι αγόρι, θα τον φωνάζω Χουρχούρη». Εγώ γούρλωσα τα μάτια μου, γιατί εκτός που μου άλλαξε γένος και από σκυλί με έκανε γατί, τώρα μου άλλαζε και φύλο. Πάνω που είχα συνηθίσει να μου αρέσουν τα κοριτσίστικα χρώματα, τα ροζ και τα φούξια, έπρεπε να λατρέψω τα γαλάζια και τα πράσινα. Όμως εκείνη ήταν η κυρία μου κι εγώ όφειλα να την υπακούω. Έτσι έγινα ένα υπάκουο αρσενικό γατί. Τουλάχιστον απόκτησα όνομα κι έγινα Χουρχούρης, γιατί πιο πριν ήμουν μια ανώνυμη σκυλίτσα.
Το σαλόνι της κυρίας μου ήταν στρωμένο με λευκά γυαλιστερά πλακάκια, που γλιστρούσαν και γι’ αυτό στεκόμουν όρθιος με μεγάλη δυσκολία. Κάθε φορά που πλησίαζα στο παράθυρο, για ισορροπήσω αρπαζόμουν με τα νυχάκια μου με από την κουρτίνα που έφτανε ως το πάτωμα. Η κυρία μου με μάλωνε «Παλιόγατε, μου την έσκισες, κομμάτια μου την έκανες, μα έχε χάρη που είσαι γλυκούλης και δε θέλω να σε μαλώνω, δεν πειράζει, σκίσε την, αγόρι μου, όλα όσα έχω μέσα στο σπίτι μου είναι δικά σου, κάνε τα ό,τι θες».
Η κυρία μου δεν είχε άντρα ούτε παιδιά και γι’ αυτό είχε εμένα σαν μωρό της και με αγαπούσε. Ίσως γι’ αυτό με υιοθέτησε. Εγώ της επέστρεφα την αγάπη που μου έδινε. Όποτε την έβλεπα, της νιαούριζα και της κουνούσα χαρούμενα την ουρά, όπως ορίζει η φύση μου. Είμαι και υπάκουο γατί και δε θέλω να τη στενοχωρώ με γαβγίσματα και άλλα σκυλοκαμώματα.
Από τη μέρα που άλλαξα κατοικία, γένος και φύλο, σταμάτησα να τρώω κόκκαλα –καλύτερα, δε μου άρεσαν ποτέ, ήταν σκληρά για τα δόντια μου. Τώρα τρέφομαι σαν άνθρωπος, αφού η κυρία μου κάθε μέρα μαγειρεύει δύο μερίδες ανθρώπινο φαγητό, μια για κείνη και μια για μένα. Έτσι δεν έμαθα ούτε τώρα τι τρώμε επιτέλους εμείς οι γάτες. Ίσως μάθω στην επόμενη υιοθεσία… αν υπάρξει.
Κάθε απόγευμα η κυρία μου κάθεται στον καναπέ της, με παίρνει αγκαλιά, με χαϊδεύει και μου λέει, «γλυκέ μου Χουρχουράκο». Αυτό την ηρεμεί και την κάνει ευτυχισμένη. Το ίδιο και εμένα.
Μετά από έξι χρόνια συγκατοίκησης, η κυρία μου πέθανε. Αυτό συνέβη ξαφνικά και απροειδοποίητα. Εγώ όταν άκουσα ότι πέθανε, επειδή δεν ήξερα τι θα πει αυτό, την πλησίασα και τη ρώτησα «Μανούλα, τι θα πει αυτό που λένε πως… πέθανες;». Εκείνη πρώτη φορά ήταν τόσο αδιάφορη. Δε μου έδωσε σημασία ούτε κουνήθηκε από τη θέση της ούτε με κοίταξε ούτε μου απάντησε. Τότε κατάλαβα πως πράγματι είχε πεθάνει.
Και την έθαψαν.
«Τι θα γίνει ο γάτος της;» ρώτησε ένας γείτονας.
Ένας άλλος απάντησε: «Αν ήταν σκύλος, που τα σκυλιά είναι πολύ πιστά ζώα, ίσως πέθαινε και ο ίδιος πάνω στον τάφο, θρηνώντας την κυρία του. Όμως είναι γάτος και οι γάτες είναι αφιλότιμες και παραδόπιστες. Αποκλείεται να χαθεί, να δεις που θα βρει άλλη κυρία να τον ταΐζει».
Τις μέρες που ακολούθησαν εγώ πηγαίνω τακτικά στο νεκροταφείο, στον τάφο της κυρίας μου και κλαίω. Δεν ξέρω αν εμείς οι γάτες είμαστε αφιλότιμες και παραδόπιστες, όπως είπε εκείνος ο γείτονας. Εγώ ως το τέλος σκέφτομαι να μείνω πιστός στην κυρία μου και να μην επιτρέψω σε άλλη κυρία να με υιοθετήσει.
Αν πράγματι οι γάτες είμαστε παραδόπιστες, εγώ έχω κρατήσει πολλά θετικά χαρακτηριστικά από την προηγούμενη ζωή μου, τότε που με είχαν υιοθετήσει οι σκύλοι. Μάλλον γι’ αυτό είμαι πιστός, παρότι η φύση μιας γάτας ορίζει να μην είμαι. Και επιλέγω να μείνω ως το τέλος της ζωής μου μια διχασμένη προσωπικότητα, ένα γατόσκυλο παραδόπιστο, μα πιστό.
*Ο Βασίλης Γεργατσούλης είναι δάσκαλος, φιλόλογος και διδάκτωρ Λαογραφίας. Το 2025 συνταξιοδοτήθηκε. Έχουν δημοσιευτεί 17 βιβλία του. Λαογραφικές μελέτες του έχουν δημοσιευθεί σε συλλογικούς τόμους και περιοδικά. Έχει βραβευτεί σε πολλούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.
Πηγή: https://www.fractalart.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.